Ομιλία Αντιπρύτανη Ακαδημαϊκών Υποθέσεων στην Τελετή Βράβευσης των αρίστων μαθητών του Δήμου Αγ.Αθανασίου


Η Σημαντική της Αλήθειας στον Ελληνικό και Δυτικοευρωπαϊκό Πολιτισμό και η Γνωσιολογία των Φυσικών Επιστημών

ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΠΑΝΤΕΛΗ ΚΕΛΙΡΗ,

ΑΝΤΙΠΡΥΤΑΝΗ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ   

 

«Καθ’ ότι αν κοινωνήσωμεν, αληθεύομεν, ά δε αν ιδιάσωμεν, ψευδόμεθα». Ηράκλειτος.

 

Με ιδιαίτερη χαρά αποδέχθηκα την ευγενική πρόσκληση του Δήμου Αγ. Αθανασίου για να παραστώ στην αποψινή εκδήλωση, ανήμερα της εορτής των Τριών Ιεραρχών και των Ελληνικών Γραμμάτων, η οποία εκδήλωση είναι αφιερωμένη στη βράβευση των αρίστων τελειοφοίτων μαθητών της σχολικής χρονιάς 2018-2019, οι οποίοι διακρίθηκαν για τις επιδόσεις στα μαθήματα  τους καθώς και σε παγκύπριους διαγωνισμούς και Ολυμπιάδες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.  Συγχαίρω τον Δήμο Αγ. Αθανασίου για το θεσμό που έχει θεσπίσει, να τιμά τους μαθητές οι οποίοι αγωνίζονται με άμιλλα και επιτυγχάνουν σε διάφορα φόρα με ανταγωνιστικές συνθήκες και πέρα από τις καθημερινές σχολικές υποχρεώσεις. Συγχαίρω θερμά τους μαθητές μας για το σθένος, την αποφασιστικότητα και την εργατικότητα που επέδειξαν για να πετύχουν το στόχο τους. Είναι σημαντικό η αριστεία να επιβραβεύεται και να καθίσταται πρότυπο.

Κάθε επιτυχία σας, αγαπητοί μαθητές, αποτελεί προάγγελο για μεγαλύτερες επιτυχίες στην περαιτέρω ζωή σας, είτε ως φοιτητές, είτε ως επαγγελματίες. Εύχομαι πάντα να θέτετε υψηλούς στόχους και να κατακτάτε την κορυφή. Αξιέπαινοι είναι και οι γονείς σας, οι αφανείς ήρωες οι οποίοι σταθερά σας υποστήριξαν και στήριξαν τα όνειρά σας όλα αυτά τα χρόνια. Ανοίγοντας τα φτερά σας, πάντα να θυμάστε με ευγνωμοσύνη και αγάπη όσα σας πρόσφεραν.

Η επιδίωξη της αριστείας είναι η κορωνίδα της καλλιέργειας, μια συνεχής μάχη για βελτίωση, με αφετηρία τις αρχές και τις γνώσεις μας, που εμπλουτίζονται δια βίου, καλλιεργούνται, δοκιμάζονται και διαμορφώνονται με το πέρασμα των χρόνων και την αφομοίωση των εμπειριών. Το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου ως αξιόπιστος εταίρος της κοινωνίας στέκεται πάντα αρωγός στην προαγωγή της αριστείας, της μάθησης, της καλλιέργειας και της παιδείας. Πάντα μεριμνούμε για την παροχή στους φοιτητές μας σπουδών υψηλού επιπέδου, νοιαζόμαστε για την καλλιέργεια νέων επιστημόνων, με ξεχωριστά χαρακτηριστικά κριτικής σκέψης και επιστημονικής αρτιότητας, ενισχύουμε την έρευνα και την καινοτομία σε όλα τα επιστημονικά πεδία. Επιτρέψτε μου να σας αναφέρω πως το Πανεπιστήμιο μας, με ζωή μόλις 12 ετών, συγκαταλέγεται σήμερα, σύμφωνα με αξιόπιστους οίκους αξιολόγησης, ανάμεσα στα 300 με 350 καλύτερα πανεπιστήμια παγκοσμίως, με πολύ υψηλή αξιολόγηση στη διδασκαλία, στην έρευνα, στη διοίκηση και στην προσέλκυση εξωτερικής χρηματοδότησης.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε φυσικά πως είμαστε κληρονόμοι ενός λαμπρού διαχρονικού πολιτισμού, για τον οποίον αριστεία δεν σημαίνει απλώς να ξεχωρίζουμε με τις διανοητικές μας ικανότητες και επιτυχίες, αλλά ταυτόχρονα να ξεχωρίζουμε με το Ήθος και τον Τρόπο και Στάση Ζωής που μας διδάσκει ο πολιτισμός μας, παρά την αλλοτρίωση και αποξένωση της σύγχρονης κοινωνίας μας. Μιλάμε τόσο για τον αρχαίο μας πολιτισμό όσο και για τον πολιτισμό της Ρωμιοσύνης, δηλαδή τον Χριστιανικό Ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, αυτή την υπέροχη συνάντηση, σύνθεση και σύμφυση δύο φαινομενικά αντίθετων κόσμων και ρευμάτων, του Ελληνικού πνεύματος και του Χριστιανισμού, αναμφίβολα η συγκλονιστικότερη στιγμή στην Παγκόσμια Ιστορία. Μιλάμε για την Ρωμιοσύνη και το ρωμαίικο φιλότιμο που την συνοδεύει, και που υμνούν οι μεγάλοι συγγραφείς, ποιητές και συνθέτες μας.

«Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζαιρη του κόσμου,

Κανένας δεν ευρέθηκεν για να την εξαλείψει,

Κανένας γιατί σιέπει την που τα ύψη ο Θεός μου.

Η Ρωμιοσύνη εν να χαθεί όντας ο κόσμος λείψει»

εξυμνεί ο δικός μας μεγάλος ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης.  

«Την Ρωμιοσύνη μη την κλαις … νάτη, νάτη πετιέται…»

στιχουργεί ο μεγάλος μας ποιητής Γιάννης Ρίτσος και μελοποιεί ο μεγάλος μας μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης.

Στη διαμόρφωση αυτού του πολιτισμού και της παιδείας του, κομβική είναι η συνεισφορά των τριών μεγίστων φωστήρων της Τρισηλίου Θεότητος, των Τριών Ιεραρχών, του Μ. Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του χρυσορρήμονα Ιωάννη του Χρυσοστόμου, των οποίων την μνήμη εορτάζουμε σήμερα. Οι μεγάλοι αυτοί Καππαδόκες Πατέρες και Οικουμενικοί Διδάσκαλοι, οι άριστοι των αρίστων της εποχής τους, με εξαιρετικές σπουδές στην «θύραθεν σοφίαν», δηλαδή στη φιλοσοφία, την ρητορική, φυσική, αστρονομία και ιατρική, επέτυχαν την θεμελίωση και μορφοποίηση από αλληλοσυγκρουόμενα στοιχεία του νέου μας πολιτισμού και κουλτούρας. Ταυτόχρονα, διέσωσαν τα ελληνικά γράμματα της κλασσικής γραμματολογίας και τις τέχνες, τα παράγωγα δηλαδή του αρχαίου παγανισμού και εθνικού (ειδωλολατρικού) πολιτισμού, από την απόρριψη και απαξίωση. Αυτό το επέτυχαν με την έγκαιρη παρέμβαση, προτροπή και καθοδήγηση των νέων προς την σπουδή των Ελληνικών γραμμάτων, επισημαίνοντας τα απορριπτέα παγανιστικά στοιχεία. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Μ. Βασιλείου ο οποίος διαλύει την προκατάληψη και σπάζει το φράγμα της εχθρότητας μεταξύ ελληνικής σοφίας και χριστιανισμού, διακηρύσσοντας ότι τα αριστουργήματα της ελληνικής διανοίας είναι «άξια της των χριστιανών μελέτης» και ότι «η του Ομήρου ποίησις αρετής εστίν έπαινος». Οι βασικές παιδαγωγικές αρχές πάνω στις οποίες θεμελίωσε την αιτιολόγηση για την μελέτη των αρχαίων κειμένων περιέχονται στο περίφημο έργο του «Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο  λόγων».

Γενικότερα ομιλούντες, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την μετάβαση από τον αρχαίο παγανιστικό ελληνικό/εθνικό κόσμο στην χριστιανική ελληνορωμαϊκή οικουμένη, με πρωτεργάτες τους τρεις οικουμενικούς διδασκάλους, με την εξής διατύπωση: «Οι Έλληνες Πατέρες της Χριστιανικής Εκκλησίας απέρριψαν την Οντολογία των αρχαίων αλλά διατήρησαν και εμπλούτισαν την Γνωσιολογία τους». Δηλαδή, απερρίφθη το πανθεϊστικό κοσμοείδωλο της αρχαίας θρησκείας αλλά όμως διατηρείται διαχρονικά στον πολιτισμό μας ο τρόπος πρόσβασης στη γνώση και στην αλήθεια των γύρω μας πραγμάτων. Σαν ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη των μεγάλων Διδασκάλων που τιμούμε σήμερα, θα ήθελα να σας αναπτύξω για λίγο αυτό το θέμα.

Το κύριο χαρακτηριστικό του τρόπου πρόσβασης στην αλήθεια, που χαρακτηρίζει διαχρονικά τον ελληνικό πολιτισμό, είναι η ταύτιση του αληθεύειν με το κοινωνείν. Σε αυτή την προσέγγιση του γνωσιολογικού προβλήματος στον ελληνικό κόσμο, θα αντιπαραθέσουμε τη στάση του Ευρωπαίου-Δυτικού ανθρώπου, με την παγκοσμιοποιημένη έννοια του όρου, ο οποίος περιορίζει και εξαντλεί την αλήθεια στη νοητική ικανότητα του υποκειμένου. Η στάση αυτή, που έχει τις ρίζες της στον θεολογικό σχολαστικισμό του Δυτικού μεσαίωνα, δεν επηρέασε μόνο στο κοινωνιολογικό και φιλοσοφικό-μεταφυσικό επίπεδο τον Δυτικό κόσμο, αλλά είχε και ισχυρή επίδραση πάνω στην γνωσιολογία των Φυσικών (γενικότερα των Θετικών) επιστημών. Επιτρέψτε μου να κάνω αναφορά και σε αυτό το θέμα, μιας και η Φυσική είναι το γνωστικό επιστημονικό μου αντικείμενο.

Κατά την περίοδο μεταξύ 11ου και 13ου μ.χ. αιώνα, στην Ανατολή ο Ελληνικός-Ρωμαϊκός κόσμος και η αυτοκρατορία του, η ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία που καταχρηστικά ονομάζουμε σήμερα «Βυζαντινή», αγωνιζόταν με «νύχια και με δόντια» να σώσει από τους πανταχόθεν επιτιθέμενους εχθρούς τα εδάφη του και τον πολιτισμό του, μαραίνοντας ταυτόχρονα οικονομικά, διοικητικά και στρατιωτικά και χάνοντας εν τέλει αναγκαστικά, στην ουσία, εκτός από τα εδάφη της επικράτειας του, και το τραίνο για τη βιομηχανική και τεχνολογική ανάπτυξη του γένους μας. Αυτή η αγωνιώδης προσπάθεια περιγράφεται υπέροχα στους στίχους που στιχούργησε ο μεγάλος μας ποιητής Νίκος Γκάτσος και μελοποίησε ο μεγάλος μας μουσικοσυνθέτης Μάνος Χατζηδάκης:

«Στα κακοτράχαλα τα βουνά
με το σουράβλι και το ζουρνά
πάνω στην πέτρα την αγιασμένη
χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι.
Ο Νικηφόρος κι ο Διγενής
κι ο γιος της Άννας της Κομνηνής.

Δική τους είναι μια φλούδα γης
μα εσύ Χριστέ μου τους ευλογείς
για να γλιτώσουν αυτή τη φλούδα
απ’ το τσακάλι και την αρκούδα…
»

 

(Από τον δίσκο «Αθανασία» σε εκτέλεση Μανώλη Μητσιά και Δήμητρας Γαλάνη)

Κατά την περίοδο αυτή, στη Δύση όπου κυριάρχησε το τευτονικό/γερμανικό φύλο των Φράγκων, ιδρύοντας την κατ’ευφημισμό αποκαλούμενη «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία», επικρατούσε σταδιακά μια αυστηρή, κλειστή συστηματοποίηση της γνώσης που κληροδοτήθηκε από τις ελληνορωμαϊκές πηγές και ένα φιλοσοφικό σύστημα που χαρακτηρίστηκε από  ένα άκρατο ορθολογισμό, ή όπως πιο σωστά τον ονομάζουμε «ρασιοναλισμό». Είναι σε αυτή την περίοδο που επήλθε το Μεγάλο Σχίσμα στην Χριστιανική εκκλησία, που αναπτύχθηκε ο σχολαστικισμός και η εφαρμογή της Ιεράς Εξετάσεως στην Παπική Λατινική εκκλησία, και διεξήχθησαν οι Σταυροφορίες (μεταξύ των οποίων η Γ’ και η Δ’ με τα γνωστά καταστρεπτικά αποτελέσματα για την Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, συγκεκριμένα για την Κύπρο μας και την Κωνσταντινούπολη, αντίστοιχα).

Στο πεδίο των Φυσικών επιστημών, ο ρασιοναλισμός και η ακραία αιτιοκρατία και μηχανιστική αντίληψη που τον διακρίνουν οδήγησαν τελικά σε ένα κοσμοείδωλο, την Κλασσική Φυσική/Μηχανική, θαυμαστό και τέλειο στα μάτια μας μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, το οποίο όμως ήταν λαθεμένο σε πολλά σημεία. Η διόρθωση του κοσμοειδώλου αυτού, στο μακροσκοπικό αλλά και στο μικροσκοπικό επίπεδο, επήλθε με τις μεγάλες επαναστάσεις στη Φυσική κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα, οι οποίες επέβαλαν μία μείωση στην ακραία αιτιοκρατία. Οι δύο αυτές επαναστατικές θεωρίες είναι οι θεωρίες της Σχετικότητας του Einstein και η θεωρία της Κβαντομηχανικής, για τις οποίες θα μιλήσουμε πιο κάτω.

Μια λεπτομερής ανάλυση της σημαντικής της αλήθειας στον ελληνικό κόσμο, από τους προσωκρατικούς, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, μέχρι και τους Έλληνες φιλοσόφους της μέσης και ύστερης χριστιανικής περιόδου (Καππαδόκες πατέρες, Μάξιμος ο Ομολογητής), μπορεί να αναδείξει την κοινή συνιστώσα στην ελληνική φιλοσοφική σκέψη σχετικά με το θέμα. Εδώ θα δανειστώ μια εξαιρετική περίληψη του θέματος που έκανε ο Χρήστος Γιανναράς, ένας από τους αξιολογότερους Έλληνες φιλοσόφους των ημερών μας: Η ειδοποιός διαφορά του ελληνικού λόγου, αρχαίου και ορθοδόξου χριστιανικού μαζί, από τον βάρβαρο ή «ημιβάρβαρο» λόγο είναι πως έχει την χάρη να αναδεικνύει τον δυναμικό χαρακτήρα της αλήθειας. Η δυναμική αυτή αποκλείει την στατικότητα που εμπεριέχει η εικόνα του ανθρώπου που προσπαθεί να εξαντλήσει την κατανόηση του περιβάλλοντος και της φανέρωσης των όντων στην ατομική διανοητική του ικανότητα. Γι’αυτό, ο δυναμικός τρόπος πρόσβασης στην αλήθεια δεν μπορεί παρά να είναι μόνον αποτέλεσμα σχέσης, μετοχής στον κοινό λόγο.

Φαίνεται, πως ο πρώτος από τους φιλοσόφους που ταυτίζει το αληθεύειν με το κοινωνείν είναι ο Ηράκλειτος. Ο κοινός λόγος είναι λόγος κοινωνίας. Το διατυπώνει θαυμάσια με την γνωστή φράση «καθ’ ότι αν κοινωνήσωμεν, αληθεύομεν, ά δε άν ιδιάσωμεν, ψευδόμεθα». Αυτό σημαίνει πως γνωρίζουμε την αλήθεια όχι ως αντικείμενο της ατομικής αντιληπτικής ικανότητας, δηλαδή όχι με τον ίδιο λόγο, αλλά σαν αποτέλεσμα του συντονισμού του ατομικού λόγου με τον κοινό λόγο, που είναι ένα δυναμικά ενεργούμενο γεγονός. Το ιδιάζειν είναι η εμμονή στον άσχετο ατομικό λόγο αυτονομημένο από τον κοινό λόγο.

Μπορούμε να κατανοήσουμε πιο βαθιά αυτό το σημείο αναφερόμενοι στην ετυμολογία της ελληνικής λέξης α-λήθεια. Η σχέση των υπαρκτών με τον άνθρωπο φανερώνεται ως λόγος, δηλαδή ο λόγος είναι η φανέρωση των υπαρκτών στον άνθρωπο, είναι η μη-λήθη τους, η α-λήθεια τους. Για να πραγματοποιηθεί όμως ως λόγος η αλήθεια των όντων πρέπει να είναι αποτέλεσμα σχέσης με το σύνολο των ανθρώπων της κοινής συμβίωσης. Αν η ατομική νόηση προσπαθήσει να κατανοήσει την ύπαρξη χωρίς σχέση, τότε αυτή καθίσταται άλογος. Το ότι όμως πρέπει να κοινωνήσουμε για να εξασφαλίσουμε την αλήθεια των όντων δεν σημαίνει πως πρέπει να υποτάξουμε τον ένα στην γνώμη των πολλών, στη γνώμη της πλειοψηφίας. Ο καθένας πρέπει να συμμετέχει στον κοινό λόγο για να δει λογικά τον κόσμο γύρω του, αλλά από εκεί και πέρα η ατομική κατανόηση εξαρτάται από τη νοητική ικανότητα της κάθε ανθρώπινης ύπαρξης, του κάθε προσώπου, έχει δηλαδή ένα απόλυτο χαρακτήρα ετερότητας και ανομοιότητας. Εδώ να σημειώσουμε πως οι τρεις Ιεράρχες μαζί με τον αδελφό του Μ. Βασιλείου, τον Γρηγόριο, επίσκοπο Νύσσης της Καππαδοκίας, ίσως τον φιλοσοφικότερο των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας, είχαν καθοριστική συμβολή στην ανάπτυξη της φιλοσοφικής/θεολογικής έννοιας του ανθρωπίνου προσώπου, σε αντιδιαστολή με την έννοια του ατόμου.

Εδώ θα ήθελα να θίξω ένα σημαντικό σημείο. Σε μια τέτοια σύναξη όπου προτεραιότητα έχουν οι σχέσεις και η μετοχή στον κοινό λόγο, δεν χωρούν αυθεντίες. Ούτε μπορούν να κατασκευαστούν από τους πολλούς, ούτε ο συγκεκριμένος άνθρωπος δέχεται να παίξει τον ρόλο της αυθεντίας και του αλάθητου επί παντός επιστητού. Ο Ελληνικός κόσμος ποτέ δεν δημιούργησε αυθεντίες. Γίγαντες του πνεύματος και των επιστημών, όπως ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Ευκλείδης, ο Αρχιμήδης, ο Πυθαγόρας, για να αναφέρουμε μερικούς, δεν αναγορεύονται σε αυθεντίες από τους αρχαίους. Βέβαια γίνονται σεβαστοί και αποκτούν μεγάλο κύρος, αλλά πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο κάπου να έχουν κάνει λάθος. Για παράδειγμα, ο Αριστοτέλης θεωρούσε πως η γη είναι επίπεδη και πως είναι το κέντρο του σύμπαντος (γεωκεντρικό σύστημα). Αυτό δεν έγινε πεποίθηση όλου του αρχαίου κόσμου αλλά αμφισβητήθηκε. Ο Αρίσταρχος κατά τον 3ο π.χ. αιώνα διετύπωσε την ορθή θέση πως η γη είναι σφαιρική και πως ο ήλιος είναι το κέντρο του κόσμου (ηλιοκεντρικό σύστημα), και αυτό δεκαοκτώ ολόκληρους αιώνες πριν ο Κοπέρνικος προτείνει το ηλιοκεντρικό σύστημα όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Ο Αριστοτέλης ανηγορεύθη σε αλάνθαστη αυθεντία μόνο από τους σχολαστικούς της Δύσης και μάλιστα παρερμηνευμένος όπως θα δούμε παρακάτω.

Μια δραστικά διαφορετική στάση ζωής και μια άλλη οντολογική θεμελίωση της ουσίας της αλήθειας εμφανίζεται στο χώρο της Δυτικής Ευρώπης με την προοδευτική εισβολή των βαρβαρικών φυλών και την κατάρρευση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους. Η συγχώνευση και επιβολή των βαρβάρων πάνω στους γηγενείς ρωμαϊκούς πληθυσμούς δημιουργεί προοδευτικά τα ευρωπαϊκά έθνη, και ταυτόχρονα διαμορφώνει ένα πολιτισμό που συνεχώς απομακρύνεται από τον ελληνορωμαϊκό χριστιανικό πολιτισμό, διατηρώντας μεν κάποια πρακτικά ρωμαϊκά στοιχεία, εισάγοντας δε μια σημαντική της αλήθειας εντελώς νοησιαρχική. Καλούμε αυτό τον πολιτισμό Δυτικοευρωπαϊκό, που τείνει σήμερα να παγκοσμιοποιηθεί. Έτσι, ο όρος «Δύση» και «Δυτικός» άνθρωπος σημαίνει οπωσδήποτε κάτι περισσότερο από μια γεωγραφική περιοχή. Η σταδιακή αυτή απόκλιση του Δυτικού κόσμου σηματοδοτείται από τρεις κομβικούς σταθμούς: τις αυγουστίνιες ρίζες, τον θεολογικό σχολαστικισμό του μεσαίωνα, και την καρτεσιανή οντολογία.

Όλοι οι μελετητές της γένεσης και εξέλιξης του Δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού συμφωνούν πως τις ρίζες αυτού τις έθεσε ο ιερός Αυγουστίνος, επίσκοπος Ιππώνος στη βόρεια Αφρική, μεγάλος Πατέρας της Δυτικής Εκκλησίας. Είναι αυτός που πρώτος εισάγει στο γνωσιολογικό πρόβλημα το στοιχείο της χρησιμότητας της γνώσης και τάσεις απολυτοποιημένης νοησιαρχίας, σε αντίθεση με τους συγχρόνους του μεγάλους Καππαδόκες πατέρες Βασίλειο τον Μέγα, Γρηγόριο τον Θεολόγο και Γρηγόριο Νύσσης, για τους οποίους προτεραιότητα έχει η γνώση της αλήθειας και όχι η χρησιμότητα της. Στο βιβλίο του Αυγουστίνου “De utilitate credendi” («Περί της χρησιμότητος του πιστεύειν»), ο τίτλος μιλά από μόνος του, φαίνεται ξεκάθαρα η θετικιστική χρησιμοθηρική γνωσιολογία του. Ακόμη και η θρησκευτική πίστη υποτάσσεται σε ωφελιμιστικές απαιτήσεις παρά σε αναζήτηση μεταφυσικής γνώσης (δηλ. αποκαλυπτικής, ελεύθερης από τους περιορισμούς της φύσης).

Οι κύριες θέσεις στο έργο αυτό είναι: (α) Το δίκαιο της πλειοψηφίας, δηλ. ότι η επιβεβαίωση της γνώσης και η δικαίωση μιας αλήθειας συμβαίνει όταν οι άνθρωποι που την αποδέχονται είναι πλειοψηφία σε σύγκριση με την μειονότητα των ανθρώπων που την αρνούνται. (β) Το δίκαιο της αυθεντίας. Όταν η γνώση δεν είναι άμεσα κατανοητή τότε μπορούμε να απευθυνθούμε σε μια κοινά αποδεκτή αυθεντία. (γ) Το δίκαιο του ωφέλιμου αποτελέσματος. Η επιστημονική γνώση, για παράδειγμα, δικαιώνεται από την πρακτική της χρησιμότητα και όχι από την ανάγκη βαθύτερης κατανόησης του είναι του κόσμου, ενώ η πίστη δικαιώνεται από την ευτυχία που δημιουργεί στο άτομο. (δ) Το δίκαιο των αποδείξεων. Όταν οι αποδείξεις βασίζονται στις δυνατότητες και απαιτήσεις της ανθρώπινης λογικής, τότε θεωρούνται ακαταμάχητες και όποιος τις αρνείται είναι σαν να αρνείται την ίδια τη λογική του φύση.

Η γνωσιοθεωρητική αυτή στάση του Αυγουστίνου βρήκε την πλήρη ανάπτυξη και συμπλήρωση της στο μεσαιωνικό σχολαστικισμό, την φιλοσοφική σχολή ή μέθοδο των σχολαστικών, δηλ των καθηγητών της scola, των διδακτηρίων εκείνων της δυτικής Ευρώπης κατά τον 12ο και 13ο αιώνα που βασίζουν την διδασκαλία τους στην άσκηση του ρασιοναλισμού. Ο σχολαστικισμός είναι το πρώτο στην ιστορία φιλοσοφικό σύστημα που οργανώνει την γνώση σε ολοκληρωμένη, δηλ. κλειστή και δογματική, ιδεολογία. Η ερμηνεία της σύνολης πραγματικότητας δίδεται με «αξιώματα», «αρχές» και «νόμους» ορθολογιστικής θετικότητας. Η ολοκληρωτική αυτή ιδεολογία βρίσκει την έκφραση της στο θεοκρατικό όραμα της παντοκρατορίας του παπισμού, στη συγκέντρωση δηλαδή κάθε εξουσίας, πνευματικής, πολιτικής και νομοθετικής στα χέρια του Πάπα. Ο Thomas d’ Aquin (ο Θωμάς Ακινάτης), ο μέγιστος των σχολαστικών, εισάγει με τη Summa Theologiae (1270) την αρχή του παπικού αλαθήτου, ανάγοντας τον Πάπα σαν την αυθεντία σχετικά με δογματικά θέματα. Την ίδια εποχή (1233) ο πάπας Γρηγόριος ΙΧ ιδρύει τον θεσμό της Ιεράς Εξετάσεως, και ο πάπας Ιννοκέντιος IV (1252) εισάγει τα βασανιστήρια σαν ανακριτική μέθοδο στις δίκες των αιρετικών.

Οι σχολαστικοί βασίζουν την συλλογιστική τους πάνω σε κείμενα κοινά αποδεκτά ως έκφραση αυθεντίας. Για την πίστη χρησιμοποιούν τη Βίβλο, και για οδηγό της ορθής λογικής τους αρχαίους Έλληνες και ειδικά τον Αριστοτέλη, όπως οι ίδιοι τον ερμηνεύουν και καταλαβαίνουν. Το αποτέλεσμα ήταν να παρερμηνεύσουν τη Λογική των αρχαίων και να τη μετατρέψουν σε λογικοκρατία.

Δεν έχουμε χρόνο για να αναλύσουμε τις θέσεις των σχολαστικών, αλλά μπορούμε να δούμε που οδηγεί η συλλογιστική τους στο θεολογικό επίπεδο. Στόχος τους είναι η διευκρίνιση της αποκαλυμμένης αλήθειας στα όρια των δυνατοτήτων του ανθρώπινου λογικού. Ακόμη και η ίδια η Ουσία του Θεού, η παντελώς άγνωστος, ακατάληπτος και αμέθεκτος, τίθεται υπό διερεύνηση. Θέση που απορρίπτεται από την Ορθοδοξία για την οποία μόνο οι ενέργειες του Θεού είναι μεθεκτές από τον άνθρωπο. Η σχολαστική μέθοδος οδηγεί σε μια εικόνα όπου το Είναι, ο Θεός, είναι η συγκεκριμένη κατάληξη της αιτιολογικής αναφοράς των όντων, δηλαδή ένα όν και αυτός, αλλά αξιολογικά ανώτερο από τα άλλα όντα έχοντας και την ιδιότητα του Δημιουργού. Η αντίληψη αυτή είναι καθαρά διανοητική σύλληψη και λαθεμένη, διότι κάνει χρήση του «αιτίου-αποτελέσματος» και μάλιστα από την ανάποδη. Ξεκινά από τα όντα (το αποτέλεσμα) για να δημιουργήσει τον Δημιουργό (το αίτιο). Έτσι αντί της άπειρης, άχρονης και αυθυπόστατης πραγματικότητας του Θεού, ο σχολαστικισμός κατασκευάζει ένα Θεό που είναι «το ακρότατο όν», η Πρώτη Αιτία της Κοσμολογίας. Τελικά, η λογικοκρατία που διέπει τον σχολαστικισμό γίνεται η ίδια μια αυθεντία που ερμηνεύει όλη τη φυσική και μεταφυσική πραγματικότητα. Κάνοντας την ταύτιση της γνώσης με τη νοητική σύλληψη, δημιουργεί τη μετάβαση από την εποχή του κοινού λόγου στην εποχή του υποκειμενικού λόγου και το αληθεύειν παύει να ταυτίζεται με το κοινωνείν.

Ο τρίτος, και ο καθοριστικότερος για τις θετικές επιστήμες, σταθμός στην εξέλιξη του Δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού είναι η Καρτεσιανή οντολογία. Ο Descartes (Καρτέσιος) βασίζει τον ορθολογισμό και τη νοησιαρχία καθαρά πάνω στη φυσικομαθηματική γνώση. Έτσι, έδωσε μεγάλη ώθηση στις θετικές επιστήμες και στην τεχνολογική ανάπτυξη, και έθεσε τα θεμέλια για το πέρασμα από την αγροτική στη βιομηχανική κοινωνία. Η βάση για τη φιλοσοφία του είναι το “ego cogito”, «εγώ σκέφτομαι». Δεν μπορώ να διαπιστώσω ότι σκέπτομαι, χωρίς να πιστοποιήσω με βεβαιότητα ότι υπάρχω. Η ύπαρξη βεβαιώνεται από τη σκέψη, σκέπτομαι άρα υπάρχω: cogito ergo sum. Για τον Descartes, η κατανόηση των φυσικών φαινομένων γίνεται καθαρά μηχανιστικά και η ανθρώπινη συλλογιστική είναι η μόνη αυθεντία, απαλλαγμένη από όποιες άλλες προϋπάρχουσες αυθεντίες.

Η ακραία αυτή μηχανιστική και αιτιοκρατική γνωσιολογική μέθοδος, που αναπτύχθηκε σταδιακά μέσα από τους τρεις σταθμούς που προαναφέραμε, είχε μεγάλη επίδραση στη μορφοποίηση και διατύπωση της Φυσικής, όπως αναπτύχθηκε κατά τα χρόνια της Αναγέννησης και της βιομηχανικής επανάστασης, και την οποία ονομάζουμε Κλασσική Φυσική. Το κύριο υπόβαθρο της εδράζεται σε μια αντίληψη του χώρου και του χρόνου που είναι απόλυτα συνδεδεμένη με τη γήινη αισθητή εμπειρία. Ο άνθρωπος ήταν, και θα εξακολουθήσει να είναι σε μεγάλο βαθμό, εγκλωβισμένος στις διαστάσεις της γήινης πραγματικότητας, και γι’αυτό δυσκολεύεται να κατανοήσει τη φυσική πραγματικότητα που εκδηλώνεται στην μακροσκοπική αστρονομική κλίμακα, αλλά και στην μικροσκοπική κλίμακα του ατόμου και των στοιχειωδών σωματιδίων. Έτσι, η μηχανιστική χρησιμοποίηση των αρχών της νοησιαρχίας (ιδεαλισμού) ή του εμπειρισμού (αισθητής εμπειρίας) οδήγησε σε ένα κοσμοείδωλο λαθεμένο σε αρκετά σημεία.

Με βάση διάφορες αστρονομικές παρατηρήσεις και την ερμηνεία τους από τον Kepler, και τα μηχανικά πειράματα του Γαλιλαίου που επιβεβαίωσε την υπόθεση του Κοπέρνικου για ένα ηλιοκεντρικό σύστημα (γύρω στα 1600), ο Νεύτωνας ανέπτυξε μια ιδιοφυή και απλή θεωρία της μηχανικής. Με μαθηματική κατοχύρωση, που στηρίζεται στη διαφορική ανάλυση και στις υποθέσεις της ευκλείδειας γεωμετρίας, ο Νεύτωνας εισηγείται πως ο χώρος είναι άπειρος, απόλυτος, ομοιογενής και ισότροπος, και υπάρχει καθ’εαυτόν ανεξάρτητα από τα σώματα που περιέχει. Είναι μια αναγωγή στο απόλυτο του τρισδιάστατου χώρου της αισθητής εμπειρίας πάνω στη γη. Δηλ., είναι η νοητική σχηματοποίηση και απολυτοποίηση των δεδομένων της ανθρώπινης εμπειρίας. Για τον Νεύτωνα, ο άπειρος χώρος δεν συνιστά οντότητα, αλλά ιδιότητα του απόλυτου Υποκειμένου που είναι ο άπειρος και πανταχού παρών Θεός. Ο χρόνος επίσης κατά τον Νεύτωνα έχει απόλυτο χαρακτήρα, δηλ. υπάρχει καθ’εαυτόν χωρίς αναφορά σε κάποιο εξωτερικό πράγμα, και άρα χωρίς να συσχετίζεται με τον χώρο. Μέσα σε αυτό το σύστημα απόλυτου χρόνου και απόλυτου χώρου, ο Νεύτωνας ανέπτυξε το νόμο της παγκοσμίου έλξεως για να εξηγήσει τις καλώς ορισμένες τροχιές των ουρανίων σωμάτων. Η θεμελιώδης δύναμη που κυβερνά αυτές τις τροχιές είναι η δύναμη της βαρύτητας, πάντα ελκτική και ισχυρή σε αστρονομικές αποστάσεις, αλλά πολύ ασθενής σε μικρές αποστάσεις.

Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα αυτή η θεωρία αναπτύχθηκε πολύ. Έδιδε μια επιτυχή ερμηνεία όλων των μηχανικών φαινομένων που ήταν γνωστά εκείνη την εποχή, και έγινε η βάση για την κινητική θεωρία των αερίων, η οποία με τη σειρά της συμπλήρωσε τη θεωρία της θερμοδυναμικής. Παράλληλα, κατά τον 19ο αιώνα ανεκαλύφθησαν πολλά φαινόμενα σχετικά με ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία και τις αλληλεπιδράσεις τους, τα οποία ενοποιήθηκαν από την έξοχη θεωρία του Maxwell. Αυτή η θεωρία έδωσε μια εξήγηση για την κυματική διάδοση του φωτός, η οποία ήταν σε συμφωνία με ότι ήταν γνωστό εκείνη την εποχή γύρω από την οπτική. Η θεωρία της μηχανικής του Νεύτωνα, η ηλεκτρομαγνητική θεωρία του Maxwell, η θερμοδυναμική και η κινητική θεωρία των αερίων συνιστούν την Κλασσική Φυσική. Πολλοί στο τέλος του 19ου αιώνα πίστευαν πως η φυσική είχε φτάσει στο τέλος της.

Το πέρασμα στον 20ο αιώνα όμως έφερε ένα πραγματικό σάρωμα αυτής της μάλλον «υπερφίαλης» κατάστασης, από μια σειρά επαναστατικών πειραματικών και θεωρητικών εξελίξεων, όπως η θεωρία της σχετικότητας, η οποία μας επιβάλλει να απορρίψουμε τις βαθιά ριζωμένες μέσα μας ιδέες σχετικά με το χώρο και το χρόνο, και τις κβαντικές θεωρίες που απαιτούν να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας σχετικά με το συνεχή χαρακτήρα της φύσεως.

Η Νευτώνια αντίληψη του χώρου και του χρόνου άρχισε να αμφισβητείται με την εμφάνιση μη-ευκλείδειων γεωμετριών που θεωρούν ότι ο χώρος δεν είναι επίπεδος αλλά καμπύλος, και ότι η αίσθηση του επίπεδου χώρου προκύπτει από το γεγονός ότι η καμπυλότητα στη γήινη κλίμακα είναι πολύ μικρή. Σε ένα καμπύλο χώρο πολλά περίεργα για τις αισθήσεις μας μπορούν να συμβούν όπως, π.χ., μπορούν από ένα σημείο να αχθούν περισσότερες από μία παράλληλοι προς μια δεδομένη ευθεία. Επίσης, ο καμπύλος χώρος μπορεί να είναι απεριόριστος, χωρίς όμως να είναι άπειρος. Με αυτά τα εργαλεία, ο Einstein ανέπτυξε τις δύο επαναστατικές και ριζοσπαστικές θεωρίες της σχετικότητας (ειδική και γενική).

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το σύμπαν (ο κοσμικός χώρος) δεν είναι άπειρος αλλά έχει πέρας. Η παρουσία της ύλης των ουρανίων σωμάτων δημιουργεί πεδία βαρύτητας, υπό την επίδραση των οποίων ο χώρος καμπυλούται. Η διάδοση του φωτός γίνεται σε καμπύλη τροχιά με μια ταχύτητα στο κενό που αξιωματικά είναι η μέγιστη στο σύμπαν, αλλά όμως σταθερή και πεπερασμένη. Η θεωρία εξηγεί με επιτυχία την ύπαρξη των «μελανών οπών», περιοχών στο σύμπαν όπου οι βαρυτικές δυνάμεις είναι τόσο ισχυρές που ακόμη και το φως εγκλωβίζεται, με αποτέλεσμα να φαίνονται μαύρες. Από γνωσιολογικής απόψεως, το πιο σπουδαίο στοιχείο που εισάγει η θεωρία της σχετικότητας είναι η ενοποίηση χώρου και χρόνου, μαζί με ορμή και ενέργεια, σε ένα «τετραδιάστατο συνεχές». Επίσης, σπουδαίας σημασίας είναι η ταύτιση, ισοδυναμία, που κάνει ο Einstein μεταξύ μάζας, ύλης και ενέργειας. Η υπόσταση της ύλης είναι ενέργεια.

Αλλά και στο χώρο του μικρόκοσμου, που έχει διαστάσεις ατομικές/ μοριακές αλλά και σωματιδιακές, και στον οποίο κυρίαρχες θεμελιώδεις δυνάμεις είναι οι ηλεκτρομαγνητικές και οι πυρηνικές, το μηχανιστικό-αιτιοκρατικό Νευτώνιο κοσμοείδωλο και η κλασσική ηλεκτροδυναμική καταρρέουν. Για παράδειγμα, η κλασσική εικόνα του ατόμου της ύλης, που παρουσιάζει απλοϊκά το άτομο να αποτελείται από ένα σφαιρικό πυρήνα με τα ηλεκτρόνια να περιφέρονται γύρω από αυτόν σε κυκλικές τροχιές επιταχυνόμενα, αποτυγχάνει να εξηγήσει διάφορα φαινόμενα ακτινοβολίας, όπως τα φάσματα εκπομπής και απορρόφησης των ατόμων. Τέτοιες ασυμφωνίες της κλασσικής θεωρίας και του πειράματος έδωσαν το έναυσμα για τη σύλληψη και ανάπτυξη της κβαντικής θεωρίας και της κβαντομηχανικής.

Οι σπουδαιότερες θέσεις-τομές της νέας θεωρίας είναι τρεις: (α) η κβάντωση της ενέργειας, σύμφωνα με την οποία η ενέργεια δεν παίρνει συνεχείς τιμές όπως πίστευε η κλασσική θεωρία αλλά διακριτές. Ένα ηλεκτρόνιο στο άτομο έχει συγκεκριμένες διακριτές ενεργειακές στάθμες, η δε μετάπτωση του ηλεκτρονίου μεταξύ ενεργειακών επιπέδων προκαλεί την εκπομπή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, πράγμα που μπορεί να εξηγήσει με ακρίβεια τα φάσματα εκπομπής. (β) Ο δυισμός της ύλης. Ο μονοσήμαντος προσδιορισμός της φύσης της ύλης δεν γίνεται αποδεκτός. Αντιθέτως, η ύλη έχει μια μυστηριώδη ιδιότητα. Αλλού συμπεριφέρεται σαν σώμα και αλλού σαν κύμα. Για παράδειγμα, το ηλεκτρόνιο έχει διττή υφή. Σε κάποια πειράματα ανιχνεύεται σαν σωματίδιο και σε άλλα σαν κυματική διαταραχή. Ακόμη πιο μυστηριώδης για τις αισθήσεις μας είναι η διττή φύση του φωτός. Η συμβατή με την αντίληψη μας εικόνα είναι το φως που διαδίδεται σαν κύμα (που ανακλάται, διαθλάται, περιθλάται, συμβάλλει, κλπ.). Η κβαντική θεωρία όμως μας αποδεικνύει πως το φως, η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία γενικότερα, αποτελείται από κβάντα, ελάχιστες ποσότητες ενέργειας που λέγονται φωτόνια και συμπεριφέρονται σαν σωματίδια. (γ) Η  πιθανοθεωρητική εξήγηση των φαινομένων. Αυτή είναι ίσως και η συγκλονιστικότερη τομή που εισάγει η κβαντική θεωρία, ένας πραγματικός κόλαφος στον «μηχανιστικό ντετερμινισμό» της κλασσικής θεωρίας. Δεν υπάρχει πλέον άπειρη βεβαιότητα και προβλεψιμότητα στη συμπεριφορά ενός στοιχειώδους σωματιδίου, ενός κβαντικού συστήματος γενικότερα, αλλά υπάρχει μια ελάχιστη απροσδιοριστία. Αυτό προκύπτει λόγω της αλληλεπίδρασης του παρατηρητή με το παρατηρούμενο σωματίδιο, η οποία διαταράσσει την κατάσταση του και έτσι η ταυτόχρονη μέτρηση της θέσης και της ορμής του, και άρα της τροχιάς του, δεν μπορεί να γίνει με απόλυτη ακρίβεια. Το αξίωμα αυτό είναι γνωστό σαν αρχή της απροσδιοριστίας ή αβεβαιότητος του Heisenberg. Λόγω του στοιχείου της αβεβαιότητος που εισάγεται στον μικρόκοσμο, αυτό που έχει φυσική σημασία στην κβαντομηχανική είναι η πιθανότητα να εντοπισθεί στο χώρο το σωματίδιο. Τα πάντα ερμηνεύονται με πιθανότητες και όχι βεβαιότητες. Παρά τούτο, η κβαντομηχανική πετυχαίνει μεγάλη ακρίβεια στις μετρήσεις διαφόρων ποσοτήτων, όπως η ηλεκτρική αγωγιμότητα των υλικών, εκεί που η κλασσική θεωρία αποτυγχάνει. Ας σημειωθεί πως ο Einstein, αυτός που πρώτος υπερέβη τις νοησιαρχικές σχηματοποιήσεις του Νευτώνιου κοσμοειδώλου, ουδέποτε εδέχθη αυτή την αρχή της κβαντομηχανικής λέγοντας την περίφημη φράση του «ο Θεός δεν παίζει ζάρια με τον κόσμο». Η μεγάλη επιτυχία της πιθανοθεωρητικής ερμηνείας της κβαντομηχανικής δεν τον δικαιώνει. Η περίπτωση αυτή όμως δικαιώνει κάτι άλλο, ότι δεν υπάρχουν αυθεντίες, ακόμη και οι μεγαλύτεροι επιστήμονες μπορούν να κάνουν λάθος.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως οι δύο μεγάλες επαναστάσεις της σύγχρονης φυσικής για τις οποίες μιλήσαμε μας οδηγούν σε μια σημαντική διαπίστωση: ότι τουλάχιστο στο χώρο των φυσικών επιστημών έχουμε ήδη εγκαταλείψει τον άκρατο μηχανιστικό ντετερμινισμό και ρασιοναλισμό που επικράτησαν σταδιακά στο χώρο της Δυτικής Ευρώπης, από τον μεσαίωνα μέχρι την Αναγέννηση και τη βιομηχανική εποχή. Αυτό το έχουμε κάνει όχι για λόγους χρησιμοθηρικούς, αλλά για λόγους βαθύτερης κατανόησης των φυσικών φαινομένων.  Έχουμε παραιτηθεί από την εικόνα του σύμπαντος (μακροσκοπικού και μικροσκοπικού) που προκύπτει από τη νοητική σχηματοποίηση και απολυτοποίηση των αισθητών μας εμπειριών, και έχουμε εμπεδώσει μια γνωσιολογική μέθοδο πολύ λιγότερο νοησιαρχική και υποκειμενική.

Έτσι, κατά ένα περίεργο τρόπο, ο χώρος των φυσικών επιστημών αναδεικνύεται πρωτοπόρος στην παραίτηση από τον υποκειμενικό λόγο και τον ρασιοναλισμό, και στην επιστροφή στον κοινό λόγο και τη Λογική. Η γνώση όμως δεν μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά ένα όχημα για μια ανθρώπινη στάση ζωής. Δυστυχώς, η γενικότερη στάση ζωής του Δυτικού – Παγκόσμιου σήμερα ανθρώπου, κυρίως στο κοινωνικό-οικονομικό-πολιτικό επίπεδο, αγνοεί την γνωσιολογική πρόοδο των φυσικών επιστημών και παραμένει δέσμια της ρασιοναλιστικής αντίληψης, αποτέλεσμα της οποίας είναι οι κάθε λογής ολοκληρωτισμοί και οι δημοκρατίες κοινοβουλευτικού τύπου με την μαζική αποχαύνωση των μαζών. Ακόμη και οι ίδιες οι τεχνικές εφαρμογές των φυσικών επιστημών όλο και γίνονται πιο χρησιμοθηρικές, η γνώση αυτονομείται προς όφελος του κέρδους.

Κλείνοντας, και απευθυνόμενος ξανά προς τους μαθητές μας, θέλω να τους συγχαρώ και να τους τονίσω πως προφανώς και πρέπει να έχουν στη ζωή τους σαν κατευθυντήρια γραμμή το «αιέν αριστεύειν», αλλά και να θυμούνται και να συνειδητοποιούν πως ανήκουμε στον Ελληνικό – Ρωμέϊκο πολιτισμό που μας κληροδότησαν οι πρόγονοι μας, πως στη δική μας στάση ζωής είμαστε αληθινοί όταν κοινωνούμε μεταξύ μας, και πως είναι κρίμα να αφήσουμε αυτό τον πολιτισμό να αλλοτριωθεί.

Εύχομαι ότι καλύτερο στη ζωή σας και σας ευχαριστώ που με ακούσατε.   

 

Σχετικοί Σύνδεσμοι

Ομιλία Αντιπρύτανη Ακαδημαϊκών Υποθέσεων στην Τελετή Βράβευσης των αρίστων μαθητών του Δήμου Αγ.Αθανασίου

Ομιλία Αντιπρύτανη Ακαδημαϊκών Υποθέσεων στην Τελετή Βράβευσης των αρίστων μαθητών του Δήμου Αγ.Αθανασίου

Το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο αποχαιρετά τον Ουράνιο Ιωάννιδη

Το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο αποχαιρετά τον Ουράνιο Ιωάννιδη

Απολογισμός έργου του Εργαστηρίου Ψηφιακής Πολιτιστικής Κληρονομιάς για το 2019

Απολογισμός έργου του Εργαστηρίου Ψηφιακής Πολιτιστικής Κληρονομιάς για το 2019

Απολογισμός έργου του Εργαστηρίου Ψηφιακής Πολιτιστικής Κληρονομιάς για το 2019

Η Σημαντική της Αλήθειας στον Ελληνικό και Δυτικοευρωπαϊκό Πολιτισμό και η Γνωσιολογία των Φυσικών Επιστημών

ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΠΑΝΤΕΛΗ ΚΕΛΙΡΗ,

ΑΝΤΙΠΡΥΤΑΝΗ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ   

 

«Καθ’ ότι αν κοινωνήσωμεν, αληθεύομεν, ά δε αν ιδιάσωμεν, ψευδόμεθα». Ηράκλειτος.

 

Με ιδιαίτερη χαρά αποδέχθηκα την ευγενική πρόσκληση του Δήμου Αγ. Αθανασίου για να παραστώ στην αποψινή εκδήλωση, ανήμερα της εορτής των Τριών Ιεραρχών και των Ελληνικών Γραμμάτων, η οποία εκδήλωση είναι αφιερωμένη στη βράβευση των αρίστων τελειοφοίτων μαθητών της σχολικής χρονιάς 2018-2019, οι οποίοι διακρίθηκαν για τις επιδόσεις στα μαθήματα  τους καθώς και σε παγκύπριους διαγωνισμούς και Ολυμπιάδες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.  Συγχαίρω τον Δήμο Αγ. Αθανασίου για το θεσμό που έχει θεσπίσει, να τιμά τους μαθητές οι οποίοι αγωνίζονται με άμιλλα και επιτυγχάνουν σε διάφορα φόρα με ανταγωνιστικές συνθήκες και πέρα από τις καθημερινές σχολικές υποχρεώσεις. Συγχαίρω θερμά τους μαθητές μας για το σθένος, την αποφασιστικότητα και την εργατικότητα που επέδειξαν για να πετύχουν το στόχο τους. Είναι σημαντικό η αριστεία να επιβραβεύεται και να καθίσταται πρότυπο.

Κάθε επιτυχία σας, αγαπητοί μαθητές, αποτελεί προάγγελο για μεγαλύτερες επιτυχίες στην περαιτέρω ζωή σας, είτε ως φοιτητές, είτε ως επαγγελματίες. Εύχομαι πάντα να θέτετε υψηλούς στόχους και να κατακτάτε την κορυφή. Αξιέπαινοι είναι και οι γονείς σας, οι αφανείς ήρωες οι οποίοι σταθερά σας υποστήριξαν και στήριξαν τα όνειρά σας όλα αυτά τα χρόνια. Ανοίγοντας τα φτερά σας, πάντα να θυμάστε με ευγνωμοσύνη και αγάπη όσα σας πρόσφεραν.

Η επιδίωξη της αριστείας είναι η κορωνίδα της καλλιέργειας, μια συνεχής μάχη για βελτίωση, με αφετηρία τις αρχές και τις γνώσεις μας, που εμπλουτίζονται δια βίου, καλλιεργούνται, δοκιμάζονται και διαμορφώνονται με το πέρασμα των χρόνων και την αφομοίωση των εμπειριών. Το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου ως αξιόπιστος εταίρος της κοινωνίας στέκεται πάντα αρωγός στην προαγωγή της αριστείας, της μάθησης, της καλλιέργειας και της παιδείας. Πάντα μεριμνούμε για την παροχή στους φοιτητές μας σπουδών υψηλού επιπέδου, νοιαζόμαστε για την καλλιέργεια νέων επιστημόνων, με ξεχωριστά χαρακτηριστικά κριτικής σκέψης και επιστημονικής αρτιότητας, ενισχύουμε την έρευνα και την καινοτομία σε όλα τα επιστημονικά πεδία. Επιτρέψτε μου να σας αναφέρω πως το Πανεπιστήμιο μας, με ζωή μόλις 12 ετών, συγκαταλέγεται σήμερα, σύμφωνα με αξιόπιστους οίκους αξιολόγησης, ανάμεσα στα 300 με 350 καλύτερα πανεπιστήμια παγκοσμίως, με πολύ υψηλή αξιολόγηση στη διδασκαλία, στην έρευνα, στη διοίκηση και στην προσέλκυση εξωτερικής χρηματοδότησης.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε φυσικά πως είμαστε κληρονόμοι ενός λαμπρού διαχρονικού πολιτισμού, για τον οποίον αριστεία δεν σημαίνει απλώς να ξεχωρίζουμε με τις διανοητικές μας ικανότητες και επιτυχίες, αλλά ταυτόχρονα να ξεχωρίζουμε με το Ήθος και τον Τρόπο και Στάση Ζωής που μας διδάσκει ο πολιτισμός μας, παρά την αλλοτρίωση και αποξένωση της σύγχρονης κοινωνίας μας. Μιλάμε τόσο για τον αρχαίο μας πολιτισμό όσο και για τον πολιτισμό της Ρωμιοσύνης, δηλαδή τον Χριστιανικό Ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, αυτή την υπέροχη συνάντηση, σύνθεση και σύμφυση δύο φαινομενικά αντίθετων κόσμων και ρευμάτων, του Ελληνικού πνεύματος και του Χριστιανισμού, αναμφίβολα η συγκλονιστικότερη στιγμή στην Παγκόσμια Ιστορία. Μιλάμε για την Ρωμιοσύνη και το ρωμαίικο φιλότιμο που την συνοδεύει, και που υμνούν οι μεγάλοι συγγραφείς, ποιητές και συνθέτες μας.

«Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζαιρη του κόσμου,

Κανένας δεν ευρέθηκεν για να την εξαλείψει,

Κανένας γιατί σιέπει την που τα ύψη ο Θεός μου.

Η Ρωμιοσύνη εν να χαθεί όντας ο κόσμος λείψει»

εξυμνεί ο δικός μας μεγάλος ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης.  

«Την Ρωμιοσύνη μη την κλαις … νάτη, νάτη πετιέται…»

στιχουργεί ο μεγάλος μας ποιητής Γιάννης Ρίτσος και μελοποιεί ο μεγάλος μας μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης.

Στη διαμόρφωση αυτού του πολιτισμού και της παιδείας του, κομβική είναι η συνεισφορά των τριών μεγίστων φωστήρων της Τρισηλίου Θεότητος, των Τριών Ιεραρχών, του Μ. Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του χρυσορρήμονα Ιωάννη του Χρυσοστόμου, των οποίων την μνήμη εορτάζουμε σήμερα. Οι μεγάλοι αυτοί Καππαδόκες Πατέρες και Οικουμενικοί Διδάσκαλοι, οι άριστοι των αρίστων της εποχής τους, με εξαιρετικές σπουδές στην «θύραθεν σοφίαν», δηλαδή στη φιλοσοφία, την ρητορική, φυσική, αστρονομία και ιατρική, επέτυχαν την θεμελίωση και μορφοποίηση από αλληλοσυγκρουόμενα στοιχεία του νέου μας πολιτισμού και κουλτούρας. Ταυτόχρονα, διέσωσαν τα ελληνικά γράμματα της κλασσικής γραμματολογίας και τις τέχνες, τα παράγωγα δηλαδή του αρχαίου παγανισμού και εθνικού (ειδωλολατρικού) πολιτισμού, από την απόρριψη και απαξίωση. Αυτό το επέτυχαν με την έγκαιρη παρέμβαση, προτροπή και καθοδήγηση των νέων προς την σπουδή των Ελληνικών γραμμάτων, επισημαίνοντας τα απορριπτέα παγανιστικά στοιχεία. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Μ. Βασιλείου ο οποίος διαλύει την προκατάληψη και σπάζει το φράγμα της εχθρότητας μεταξύ ελληνικής σοφίας και χριστιανισμού, διακηρύσσοντας ότι τα αριστουργήματα της ελληνικής διανοίας είναι «άξια της των χριστιανών μελέτης» και ότι «η του Ομήρου ποίησις αρετής εστίν έπαινος». Οι βασικές παιδαγωγικές αρχές πάνω στις οποίες θεμελίωσε την αιτιολόγηση για την μελέτη των αρχαίων κειμένων περιέχονται στο περίφημο έργο του «Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο  λόγων».

Γενικότερα ομιλούντες, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την μετάβαση από τον αρχαίο παγανιστικό ελληνικό/εθνικό κόσμο στην χριστιανική ελληνορωμαϊκή οικουμένη, με πρωτεργάτες τους τρεις οικουμενικούς διδασκάλους, με την εξής διατύπωση: «Οι Έλληνες Πατέρες της Χριστιανικής Εκκλησίας απέρριψαν την Οντολογία των αρχαίων αλλά διατήρησαν και εμπλούτισαν την Γνωσιολογία τους». Δηλαδή, απερρίφθη το πανθεϊστικό κοσμοείδωλο της αρχαίας θρησκείας αλλά όμως διατηρείται διαχρονικά στον πολιτισμό μας ο τρόπος πρόσβασης στη γνώση και στην αλήθεια των γύρω μας πραγμάτων. Σαν ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη των μεγάλων Διδασκάλων που τιμούμε σήμερα, θα ήθελα να σας αναπτύξω για λίγο αυτό το θέμα.

Το κύριο χαρακτηριστικό του τρόπου πρόσβασης στην αλήθεια, που χαρακτηρίζει διαχρονικά τον ελληνικό πολιτισμό, είναι η ταύτιση του αληθεύειν με το κοινωνείν. Σε αυτή την προσέγγιση του γνωσιολογικού προβλήματος στον ελληνικό κόσμο, θα αντιπαραθέσουμε τη στάση του Ευρωπαίου-Δυτικού ανθρώπου, με την παγκοσμιοποιημένη έννοια του όρου, ο οποίος περιορίζει και εξαντλεί την αλήθεια στη νοητική ικανότητα του υποκειμένου. Η στάση αυτή, που έχει τις ρίζες της στον θεολογικό σχολαστικισμό του Δυτικού μεσαίωνα, δεν επηρέασε μόνο στο κοινωνιολογικό και φιλοσοφικό-μεταφυσικό επίπεδο τον Δυτικό κόσμο, αλλά είχε και ισχυρή επίδραση πάνω στην γνωσιολογία των Φυσικών (γενικότερα των Θετικών) επιστημών. Επιτρέψτε μου να κάνω αναφορά και σε αυτό το θέμα, μιας και η Φυσική είναι το γνωστικό επιστημονικό μου αντικείμενο.

Κατά την περίοδο μεταξύ 11ου και 13ου μ.χ. αιώνα, στην Ανατολή ο Ελληνικός-Ρωμαϊκός κόσμος και η αυτοκρατορία του, η ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία που καταχρηστικά ονομάζουμε σήμερα «Βυζαντινή», αγωνιζόταν με «νύχια και με δόντια» να σώσει από τους πανταχόθεν επιτιθέμενους εχθρούς τα εδάφη του και τον πολιτισμό του, μαραίνοντας ταυτόχρονα οικονομικά, διοικητικά και στρατιωτικά και χάνοντας εν τέλει αναγκαστικά, στην ουσία, εκτός από τα εδάφη της επικράτειας του, και το τραίνο για τη βιομηχανική και τεχνολογική ανάπτυξη του γένους μας. Αυτή η αγωνιώδης προσπάθεια περιγράφεται υπέροχα στους στίχους που στιχούργησε ο μεγάλος μας ποιητής Νίκος Γκάτσος και μελοποίησε ο μεγάλος μας μουσικοσυνθέτης Μάνος Χατζηδάκης:

«Στα κακοτράχαλα τα βουνά
με το σουράβλι και το ζουρνά
πάνω στην πέτρα την αγιασμένη
χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι.
Ο Νικηφόρος κι ο Διγενής
κι ο γιος της Άννας της Κομνηνής.

Δική τους είναι μια φλούδα γης
μα εσύ Χριστέ μου τους ευλογείς
για να γλιτώσουν αυτή τη φλούδα
απ’ το τσακάλι και την αρκούδα…
»

 

(Από τον δίσκο «Αθανασία» σε εκτέλεση Μανώλη Μητσιά και Δήμητρας Γαλάνη)

Κατά την περίοδο αυτή, στη Δύση όπου κυριάρχησε το τευτονικό/γερμανικό φύλο των Φράγκων, ιδρύοντας την κατ’ευφημισμό αποκαλούμενη «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία», επικρατούσε σταδιακά μια αυστηρή, κλειστή συστηματοποίηση της γνώσης που κληροδοτήθηκε από τις ελληνορωμαϊκές πηγές και ένα φιλοσοφικό σύστημα που χαρακτηρίστηκε από  ένα άκρατο ορθολογισμό, ή όπως πιο σωστά τον ονομάζουμε «ρασιοναλισμό». Είναι σε αυτή την περίοδο που επήλθε το Μεγάλο Σχίσμα στην Χριστιανική εκκλησία, που αναπτύχθηκε ο σχολαστικισμός και η εφαρμογή της Ιεράς Εξετάσεως στην Παπική Λατινική εκκλησία, και διεξήχθησαν οι Σταυροφορίες (μεταξύ των οποίων η Γ’ και η Δ’ με τα γνωστά καταστρεπτικά αποτελέσματα για την Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, συγκεκριμένα για την Κύπρο μας και την Κωνσταντινούπολη, αντίστοιχα).

Στο πεδίο των Φυσικών επιστημών, ο ρασιοναλισμός και η ακραία αιτιοκρατία και μηχανιστική αντίληψη που τον διακρίνουν οδήγησαν τελικά σε ένα κοσμοείδωλο, την Κλασσική Φυσική/Μηχανική, θαυμαστό και τέλειο στα μάτια μας μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, το οποίο όμως ήταν λαθεμένο σε πολλά σημεία. Η διόρθωση του κοσμοειδώλου αυτού, στο μακροσκοπικό αλλά και στο μικροσκοπικό επίπεδο, επήλθε με τις μεγάλες επαναστάσεις στη Φυσική κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα, οι οποίες επέβαλαν μία μείωση στην ακραία αιτιοκρατία. Οι δύο αυτές επαναστατικές θεωρίες είναι οι θεωρίες της Σχετικότητας του Einstein και η θεωρία της Κβαντομηχανικής, για τις οποίες θα μιλήσουμε πιο κάτω.

Μια λεπτομερής ανάλυση της σημαντικής της αλήθειας στον ελληνικό κόσμο, από τους προσωκρατικούς, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, μέχρι και τους Έλληνες φιλοσόφους της μέσης και ύστερης χριστιανικής περιόδου (Καππαδόκες πατέρες, Μάξιμος ο Ομολογητής), μπορεί να αναδείξει την κοινή συνιστώσα στην ελληνική φιλοσοφική σκέψη σχετικά με το θέμα. Εδώ θα δανειστώ μια εξαιρετική περίληψη του θέματος που έκανε ο Χρήστος Γιανναράς, ένας από τους αξιολογότερους Έλληνες φιλοσόφους των ημερών μας: Η ειδοποιός διαφορά του ελληνικού λόγου, αρχαίου και ορθοδόξου χριστιανικού μαζί, από τον βάρβαρο ή «ημιβάρβαρο» λόγο είναι πως έχει την χάρη να αναδεικνύει τον δυναμικό χαρακτήρα της αλήθειας. Η δυναμική αυτή αποκλείει την στατικότητα που εμπεριέχει η εικόνα του ανθρώπου που προσπαθεί να εξαντλήσει την κατανόηση του περιβάλλοντος και της φανέρωσης των όντων στην ατομική διανοητική του ικανότητα. Γι’αυτό, ο δυναμικός τρόπος πρόσβασης στην αλήθεια δεν μπορεί παρά να είναι μόνον αποτέλεσμα σχέσης, μετοχής στον κοινό λόγο.

Φαίνεται, πως ο πρώτος από τους φιλοσόφους που ταυτίζει το αληθεύειν με το κοινωνείν είναι ο Ηράκλειτος. Ο κοινός λόγος είναι λόγος κοινωνίας. Το διατυπώνει θαυμάσια με την γνωστή φράση «καθ’ ότι αν κοινωνήσωμεν, αληθεύομεν, ά δε άν ιδιάσωμεν, ψευδόμεθα». Αυτό σημαίνει πως γνωρίζουμε την αλήθεια όχι ως αντικείμενο της ατομικής αντιληπτικής ικανότητας, δηλαδή όχι με τον ίδιο λόγο, αλλά σαν αποτέλεσμα του συντονισμού του ατομικού λόγου με τον κοινό λόγο, που είναι ένα δυναμικά ενεργούμενο γεγονός. Το ιδιάζειν είναι η εμμονή στον άσχετο ατομικό λόγο αυτονομημένο από τον κοινό λόγο.

Μπορούμε να κατανοήσουμε πιο βαθιά αυτό το σημείο αναφερόμενοι στην ετυμολογία της ελληνικής λέξης α-λήθεια. Η σχέση των υπαρκτών με τον άνθρωπο φανερώνεται ως λόγος, δηλαδή ο λόγος είναι η φανέρωση των υπαρκτών στον άνθρωπο, είναι η μη-λήθη τους, η α-λήθεια τους. Για να πραγματοποιηθεί όμως ως λόγος η αλήθεια των όντων πρέπει να είναι αποτέλεσμα σχέσης με το σύνολο των ανθρώπων της κοινής συμβίωσης. Αν η ατομική νόηση προσπαθήσει να κατανοήσει την ύπαρξη χωρίς σχέση, τότε αυτή καθίσταται άλογος. Το ότι όμως πρέπει να κοινωνήσουμε για να εξασφαλίσουμε την αλήθεια των όντων δεν σημαίνει πως πρέπει να υποτάξουμε τον ένα στην γνώμη των πολλών, στη γνώμη της πλειοψηφίας. Ο καθένας πρέπει να συμμετέχει στον κοινό λόγο για να δει λογικά τον κόσμο γύρω του, αλλά από εκεί και πέρα η ατομική κατανόηση εξαρτάται από τη νοητική ικανότητα της κάθε ανθρώπινης ύπαρξης, του κάθε προσώπου, έχει δηλαδή ένα απόλυτο χαρακτήρα ετερότητας και ανομοιότητας. Εδώ να σημειώσουμε πως οι τρεις Ιεράρχες μαζί με τον αδελφό του Μ. Βασιλείου, τον Γρηγόριο, επίσκοπο Νύσσης της Καππαδοκίας, ίσως τον φιλοσοφικότερο των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας, είχαν καθοριστική συμβολή στην ανάπτυξη της φιλοσοφικής/θεολογικής έννοιας του ανθρωπίνου προσώπου, σε αντιδιαστολή με την έννοια του ατόμου.

Εδώ θα ήθελα να θίξω ένα σημαντικό σημείο. Σε μια τέτοια σύναξη όπου προτεραιότητα έχουν οι σχέσεις και η μετοχή στον κοινό λόγο, δεν χωρούν αυθεντίες. Ούτε μπορούν να κατασκευαστούν από τους πολλούς, ούτε ο συγκεκριμένος άνθρωπος δέχεται να παίξει τον ρόλο της αυθεντίας και του αλάθητου επί παντός επιστητού. Ο Ελληνικός κόσμος ποτέ δεν δημιούργησε αυθεντίες. Γίγαντες του πνεύματος και των επιστημών, όπως ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Ευκλείδης, ο Αρχιμήδης, ο Πυθαγόρας, για να αναφέρουμε μερικούς, δεν αναγορεύονται σε αυθεντίες από τους αρχαίους. Βέβαια γίνονται σεβαστοί και αποκτούν μεγάλο κύρος, αλλά πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο κάπου να έχουν κάνει λάθος. Για παράδειγμα, ο Αριστοτέλης θεωρούσε πως η γη είναι επίπεδη και πως είναι το κέντρο του σύμπαντος (γεωκεντρικό σύστημα). Αυτό δεν έγινε πεποίθηση όλου του αρχαίου κόσμου αλλά αμφισβητήθηκε. Ο Αρίσταρχος κατά τον 3ο π.χ. αιώνα διετύπωσε την ορθή θέση πως η γη είναι σφαιρική και πως ο ήλιος είναι το κέντρο του κόσμου (ηλιοκεντρικό σύστημα), και αυτό δεκαοκτώ ολόκληρους αιώνες πριν ο Κοπέρνικος προτείνει το ηλιοκεντρικό σύστημα όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Ο Αριστοτέλης ανηγορεύθη σε αλάνθαστη αυθεντία μόνο από τους σχολαστικούς της Δύσης και μάλιστα παρερμηνευμένος όπως θα δούμε παρακάτω.

Μια δραστικά διαφορετική στάση ζωής και μια άλλη οντολογική θεμελίωση της ουσίας της αλήθειας εμφανίζεται στο χώρο της Δυτικής Ευρώπης με την προοδευτική εισβολή των βαρβαρικών φυλών και την κατάρρευση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους. Η συγχώνευση και επιβολή των βαρβάρων πάνω στους γηγενείς ρωμαϊκούς πληθυσμούς δημιουργεί προοδευτικά τα ευρωπαϊκά έθνη, και ταυτόχρονα διαμορφώνει ένα πολιτισμό που συνεχώς απομακρύνεται από τον ελληνορωμαϊκό χριστιανικό πολιτισμό, διατηρώντας μεν κάποια πρακτικά ρωμαϊκά στοιχεία, εισάγοντας δε μια σημαντική της αλήθειας εντελώς νοησιαρχική. Καλούμε αυτό τον πολιτισμό Δυτικοευρωπαϊκό, που τείνει σήμερα να παγκοσμιοποιηθεί. Έτσι, ο όρος «Δύση» και «Δυτικός» άνθρωπος σημαίνει οπωσδήποτε κάτι περισσότερο από μια γεωγραφική περιοχή. Η σταδιακή αυτή απόκλιση του Δυτικού κόσμου σηματοδοτείται από τρεις κομβικούς σταθμούς: τις αυγουστίνιες ρίζες, τον θεολογικό σχολαστικισμό του μεσαίωνα, και την καρτεσιανή οντολογία.

Όλοι οι μελετητές της γένεσης και εξέλιξης του Δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού συμφωνούν πως τις ρίζες αυτού τις έθεσε ο ιερός Αυγουστίνος, επίσκοπος Ιππώνος στη βόρεια Αφρική, μεγάλος Πατέρας της Δυτικής Εκκλησίας. Είναι αυτός που πρώτος εισάγει στο γνωσιολογικό πρόβλημα το στοιχείο της χρησιμότητας της γνώσης και τάσεις απολυτοποιημένης νοησιαρχίας, σε αντίθεση με τους συγχρόνους του μεγάλους Καππαδόκες πατέρες Βασίλειο τον Μέγα, Γρηγόριο τον Θεολόγο και Γρηγόριο Νύσσης, για τους οποίους προτεραιότητα έχει η γνώση της αλήθειας και όχι η χρησιμότητα της. Στο βιβλίο του Αυγουστίνου “De utilitate credendi” («Περί της χρησιμότητος του πιστεύειν»), ο τίτλος μιλά από μόνος του, φαίνεται ξεκάθαρα η θετικιστική χρησιμοθηρική γνωσιολογία του. Ακόμη και η θρησκευτική πίστη υποτάσσεται σε ωφελιμιστικές απαιτήσεις παρά σε αναζήτηση μεταφυσικής γνώσης (δηλ. αποκαλυπτικής, ελεύθερης από τους περιορισμούς της φύσης).

Οι κύριες θέσεις στο έργο αυτό είναι: (α) Το δίκαιο της πλειοψηφίας, δηλ. ότι η επιβεβαίωση της γνώσης και η δικαίωση μιας αλήθειας συμβαίνει όταν οι άνθρωποι που την αποδέχονται είναι πλειοψηφία σε σύγκριση με την μειονότητα των ανθρώπων που την αρνούνται. (β) Το δίκαιο της αυθεντίας. Όταν η γνώση δεν είναι άμεσα κατανοητή τότε μπορούμε να απευθυνθούμε σε μια κοινά αποδεκτή αυθεντία. (γ) Το δίκαιο του ωφέλιμου αποτελέσματος. Η επιστημονική γνώση, για παράδειγμα, δικαιώνεται από την πρακτική της χρησιμότητα και όχι από την ανάγκη βαθύτερης κατανόησης του είναι του κόσμου, ενώ η πίστη δικαιώνεται από την ευτυχία που δημιουργεί στο άτομο. (δ) Το δίκαιο των αποδείξεων. Όταν οι αποδείξεις βασίζονται στις δυνατότητες και απαιτήσεις της ανθρώπινης λογικής, τότε θεωρούνται ακαταμάχητες και όποιος τις αρνείται είναι σαν να αρνείται την ίδια τη λογική του φύση.

Η γνωσιοθεωρητική αυτή στάση του Αυγουστίνου βρήκε την πλήρη ανάπτυξη και συμπλήρωση της στο μεσαιωνικό σχολαστικισμό, την φιλοσοφική σχολή ή μέθοδο των σχολαστικών, δηλ των καθηγητών της scola, των διδακτηρίων εκείνων της δυτικής Ευρώπης κατά τον 12ο και 13ο αιώνα που βασίζουν την διδασκαλία τους στην άσκηση του ρασιοναλισμού. Ο σχολαστικισμός είναι το πρώτο στην ιστορία φιλοσοφικό σύστημα που οργανώνει την γνώση σε ολοκληρωμένη, δηλ. κλειστή και δογματική, ιδεολογία. Η ερμηνεία της σύνολης πραγματικότητας δίδεται με «αξιώματα», «αρχές» και «νόμους» ορθολογιστικής θετικότητας. Η ολοκληρωτική αυτή ιδεολογία βρίσκει την έκφραση της στο θεοκρατικό όραμα της παντοκρατορίας του παπισμού, στη συγκέντρωση δηλαδή κάθε εξουσίας, πνευματικής, πολιτικής και νομοθετικής στα χέρια του Πάπα. Ο Thomas d’ Aquin (ο Θωμάς Ακινάτης), ο μέγιστος των σχολαστικών, εισάγει με τη Summa Theologiae (1270) την αρχή του παπικού αλαθήτου, ανάγοντας τον Πάπα σαν την αυθεντία σχετικά με δογματικά θέματα. Την ίδια εποχή (1233) ο πάπας Γρηγόριος ΙΧ ιδρύει τον θεσμό της Ιεράς Εξετάσεως, και ο πάπας Ιννοκέντιος IV (1252) εισάγει τα βασανιστήρια σαν ανακριτική μέθοδο στις δίκες των αιρετικών.

Οι σχολαστικοί βασίζουν την συλλογιστική τους πάνω σε κείμενα κοινά αποδεκτά ως έκφραση αυθεντίας. Για την πίστη χρησιμοποιούν τη Βίβλο, και για οδηγό της ορθής λογικής τους αρχαίους Έλληνες και ειδικά τον Αριστοτέλη, όπως οι ίδιοι τον ερμηνεύουν και καταλαβαίνουν. Το αποτέλεσμα ήταν να παρερμηνεύσουν τη Λογική των αρχαίων και να τη μετατρέψουν σε λογικοκρατία.

Δεν έχουμε χρόνο για να αναλύσουμε τις θέσεις των σχολαστικών, αλλά μπορούμε να δούμε που οδηγεί η συλλογιστική τους στο θεολογικό επίπεδο. Στόχος τους είναι η διευκρίνιση της αποκαλυμμένης αλήθειας στα όρια των δυνατοτήτων του ανθρώπινου λογικού. Ακόμη και η ίδια η Ουσία του Θεού, η παντελώς άγνωστος, ακατάληπτος και αμέθεκτος, τίθεται υπό διερεύνηση. Θέση που απορρίπτεται από την Ορθοδοξία για την οποία μόνο οι ενέργειες του Θεού είναι μεθεκτές από τον άνθρωπο. Η σχολαστική μέθοδος οδηγεί σε μια εικόνα όπου το Είναι, ο Θεός, είναι η συγκεκριμένη κατάληξη της αιτιολογικής αναφοράς των όντων, δηλαδή ένα όν και αυτός, αλλά αξιολογικά ανώτερο από τα άλλα όντα έχοντας και την ιδιότητα του Δημιουργού. Η αντίληψη αυτή είναι καθαρά διανοητική σύλληψη και λαθεμένη, διότι κάνει χρήση του «αιτίου-αποτελέσματος» και μάλιστα από την ανάποδη. Ξεκινά από τα όντα (το αποτέλεσμα) για να δημιουργήσει τον Δημιουργό (το αίτιο). Έτσι αντί της άπειρης, άχρονης και αυθυπόστατης πραγματικότητας του Θεού, ο σχολαστικισμός κατασκευάζει ένα Θεό που είναι «το ακρότατο όν», η Πρώτη Αιτία της Κοσμολογίας. Τελικά, η λογικοκρατία που διέπει τον σχολαστικισμό γίνεται η ίδια μια αυθεντία που ερμηνεύει όλη τη φυσική και μεταφυσική πραγματικότητα. Κάνοντας την ταύτιση της γνώσης με τη νοητική σύλληψη, δημιουργεί τη μετάβαση από την εποχή του κοινού λόγου στην εποχή του υποκειμενικού λόγου και το αληθεύειν παύει να ταυτίζεται με το κοινωνείν.

Ο τρίτος, και ο καθοριστικότερος για τις θετικές επιστήμες, σταθμός στην εξέλιξη του Δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού είναι η Καρτεσιανή οντολογία. Ο Descartes (Καρτέσιος) βασίζει τον ορθολογισμό και τη νοησιαρχία καθαρά πάνω στη φυσικομαθηματική γνώση. Έτσι, έδωσε μεγάλη ώθηση στις θετικές επιστήμες και στην τεχνολογική ανάπτυξη, και έθεσε τα θεμέλια για το πέρασμα από την αγροτική στη βιομηχανική κοινωνία. Η βάση για τη φιλοσοφία του είναι το “ego cogito”, «εγώ σκέφτομαι». Δεν μπορώ να διαπιστώσω ότι σκέπτομαι, χωρίς να πιστοποιήσω με βεβαιότητα ότι υπάρχω. Η ύπαρξη βεβαιώνεται από τη σκέψη, σκέπτομαι άρα υπάρχω: cogito ergo sum. Για τον Descartes, η κατανόηση των φυσικών φαινομένων γίνεται καθαρά μηχανιστικά και η ανθρώπινη συλλογιστική είναι η μόνη αυθεντία, απαλλαγμένη από όποιες άλλες προϋπάρχουσες αυθεντίες.

Η ακραία αυτή μηχανιστική και αιτιοκρατική γνωσιολογική μέθοδος, που αναπτύχθηκε σταδιακά μέσα από τους τρεις σταθμούς που προαναφέραμε, είχε μεγάλη επίδραση στη μορφοποίηση και διατύπωση της Φυσικής, όπως αναπτύχθηκε κατά τα χρόνια της Αναγέννησης και της βιομηχανικής επανάστασης, και την οποία ονομάζουμε Κλασσική Φυσική. Το κύριο υπόβαθρο της εδράζεται σε μια αντίληψη του χώρου και του χρόνου που είναι απόλυτα συνδεδεμένη με τη γήινη αισθητή εμπειρία. Ο άνθρωπος ήταν, και θα εξακολουθήσει να είναι σε μεγάλο βαθμό, εγκλωβισμένος στις διαστάσεις της γήινης πραγματικότητας, και γι’αυτό δυσκολεύεται να κατανοήσει τη φυσική πραγματικότητα που εκδηλώνεται στην μακροσκοπική αστρονομική κλίμακα, αλλά και στην μικροσκοπική κλίμακα του ατόμου και των στοιχειωδών σωματιδίων. Έτσι, η μηχανιστική χρησιμοποίηση των αρχών της νοησιαρχίας (ιδεαλισμού) ή του εμπειρισμού (αισθητής εμπειρίας) οδήγησε σε ένα κοσμοείδωλο λαθεμένο σε αρκετά σημεία.

Με βάση διάφορες αστρονομικές παρατηρήσεις και την ερμηνεία τους από τον Kepler, και τα μηχανικά πειράματα του Γαλιλαίου που επιβεβαίωσε την υπόθεση του Κοπέρνικου για ένα ηλιοκεντρικό σύστημα (γύρω στα 1600), ο Νεύτωνας ανέπτυξε μια ιδιοφυή και απλή θεωρία της μηχανικής. Με μαθηματική κατοχύρωση, που στηρίζεται στη διαφορική ανάλυση και στις υποθέσεις της ευκλείδειας γεωμετρίας, ο Νεύτωνας εισηγείται πως ο χώρος είναι άπειρος, απόλυτος, ομοιογενής και ισότροπος, και υπάρχει καθ’εαυτόν ανεξάρτητα από τα σώματα που περιέχει. Είναι μια αναγωγή στο απόλυτο του τρισδιάστατου χώρου της αισθητής εμπειρίας πάνω στη γη. Δηλ., είναι η νοητική σχηματοποίηση και απολυτοποίηση των δεδομένων της ανθρώπινης εμπειρίας. Για τον Νεύτωνα, ο άπειρος χώρος δεν συνιστά οντότητα, αλλά ιδιότητα του απόλυτου Υποκειμένου που είναι ο άπειρος και πανταχού παρών Θεός. Ο χρόνος επίσης κατά τον Νεύτωνα έχει απόλυτο χαρακτήρα, δηλ. υπάρχει καθ’εαυτόν χωρίς αναφορά σε κάποιο εξωτερικό πράγμα, και άρα χωρίς να συσχετίζεται με τον χώρο. Μέσα σε αυτό το σύστημα απόλυτου χρόνου και απόλυτου χώρου, ο Νεύτωνας ανέπτυξε το νόμο της παγκοσμίου έλξεως για να εξηγήσει τις καλώς ορισμένες τροχιές των ουρανίων σωμάτων. Η θεμελιώδης δύναμη που κυβερνά αυτές τις τροχιές είναι η δύναμη της βαρύτητας, πάντα ελκτική και ισχυρή σε αστρονομικές αποστάσεις, αλλά πολύ ασθενής σε μικρές αποστάσεις.

Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα αυτή η θεωρία αναπτύχθηκε πολύ. Έδιδε μια επιτυχή ερμηνεία όλων των μηχανικών φαινομένων που ήταν γνωστά εκείνη την εποχή, και έγινε η βάση για την κινητική θεωρία των αερίων, η οποία με τη σειρά της συμπλήρωσε τη θεωρία της θερμοδυναμικής. Παράλληλα, κατά τον 19ο αιώνα ανεκαλύφθησαν πολλά φαινόμενα σχετικά με ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία και τις αλληλεπιδράσεις τους, τα οποία ενοποιήθηκαν από την έξοχη θεωρία του Maxwell. Αυτή η θεωρία έδωσε μια εξήγηση για την κυματική διάδοση του φωτός, η οποία ήταν σε συμφωνία με ότι ήταν γνωστό εκείνη την εποχή γύρω από την οπτική. Η θεωρία της μηχανικής του Νεύτωνα, η ηλεκτρομαγνητική θεωρία του Maxwell, η θερμοδυναμική και η κινητική θεωρία των αερίων συνιστούν την Κλασσική Φυσική. Πολλοί στο τέλος του 19ου αιώνα πίστευαν πως η φυσική είχε φτάσει στο τέλος της.

Το πέρασμα στον 20ο αιώνα όμως έφερε ένα πραγματικό σάρωμα αυτής της μάλλον «υπερφίαλης» κατάστασης, από μια σειρά επαναστατικών πειραματικών και θεωρητικών εξελίξεων, όπως η θεωρία της σχετικότητας, η οποία μας επιβάλλει να απορρίψουμε τις βαθιά ριζωμένες μέσα μας ιδέες σχετικά με το χώρο και το χρόνο, και τις κβαντικές θεωρίες που απαιτούν να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας σχετικά με το συνεχή χαρακτήρα της φύσεως.

Η Νευτώνια αντίληψη του χώρου και του χρόνου άρχισε να αμφισβητείται με την εμφάνιση μη-ευκλείδειων γεωμετριών που θεωρούν ότι ο χώρος δεν είναι επίπεδος αλλά καμπύλος, και ότι η αίσθηση του επίπεδου χώρου προκύπτει από το γεγονός ότι η καμπυλότητα στη γήινη κλίμακα είναι πολύ μικρή. Σε ένα καμπύλο χώρο πολλά περίεργα για τις αισθήσεις μας μπορούν να συμβούν όπως, π.χ., μπορούν από ένα σημείο να αχθούν περισσότερες από μία παράλληλοι προς μια δεδομένη ευθεία. Επίσης, ο καμπύλος χώρος μπορεί να είναι απεριόριστος, χωρίς όμως να είναι άπειρος. Με αυτά τα εργαλεία, ο Einstein ανέπτυξε τις δύο επαναστατικές και ριζοσπαστικές θεωρίες της σχετικότητας (ειδική και γενική).

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το σύμπαν (ο κοσμικός χώρος) δεν είναι άπειρος αλλά έχει πέρας. Η παρουσία της ύλης των ουρανίων σωμάτων δημιουργεί πεδία βαρύτητας, υπό την επίδραση των οποίων ο χώρος καμπυλούται. Η διάδοση του φωτός γίνεται σε καμπύλη τροχιά με μια ταχύτητα στο κενό που αξιωματικά είναι η μέγιστη στο σύμπαν, αλλά όμως σταθερή και πεπερασμένη. Η θεωρία εξηγεί με επιτυχία την ύπαρξη των «μελανών οπών», περιοχών στο σύμπαν όπου οι βαρυτικές δυνάμεις είναι τόσο ισχυρές που ακόμη και το φως εγκλωβίζεται, με αποτέλεσμα να φαίνονται μαύρες. Από γνωσιολογικής απόψεως, το πιο σπουδαίο στοιχείο που εισάγει η θεωρία της σχετικότητας είναι η ενοποίηση χώρου και χρόνου, μαζί με ορμή και ενέργεια, σε ένα «τετραδιάστατο συνεχές». Επίσης, σπουδαίας σημασίας είναι η ταύτιση, ισοδυναμία, που κάνει ο Einstein μεταξύ μάζας, ύλης και ενέργειας. Η υπόσταση της ύλης είναι ενέργεια.

Αλλά και στο χώρο του μικρόκοσμου, που έχει διαστάσεις ατομικές/ μοριακές αλλά και σωματιδιακές, και στον οποίο κυρίαρχες θεμελιώδεις δυνάμεις είναι οι ηλεκτρομαγνητικές και οι πυρηνικές, το μηχανιστικό-αιτιοκρατικό Νευτώνιο κοσμοείδωλο και η κλασσική ηλεκτροδυναμική καταρρέουν. Για παράδειγμα, η κλασσική εικόνα του ατόμου της ύλης, που παρουσιάζει απλοϊκά το άτομο να αποτελείται από ένα σφαιρικό πυρήνα με τα ηλεκτρόνια να περιφέρονται γύρω από αυτόν σε κυκλικές τροχιές επιταχυνόμενα, αποτυγχάνει να εξηγήσει διάφορα φαινόμενα ακτινοβολίας, όπως τα φάσματα εκπομπής και απορρόφησης των ατόμων. Τέτοιες ασυμφωνίες της κλασσικής θεωρίας και του πειράματος έδωσαν το έναυσμα για τη σύλληψη και ανάπτυξη της κβαντικής θεωρίας και της κβαντομηχανικής.

Οι σπουδαιότερες θέσεις-τομές της νέας θεωρίας είναι τρεις: (α) η κβάντωση της ενέργειας, σύμφωνα με την οποία η ενέργεια δεν παίρνει συνεχείς τιμές όπως πίστευε η κλασσική θεωρία αλλά διακριτές. Ένα ηλεκτρόνιο στο άτομο έχει συγκεκριμένες διακριτές ενεργειακές στάθμες, η δε μετάπτωση του ηλεκτρονίου μεταξύ ενεργειακών επιπέδων προκαλεί την εκπομπή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, πράγμα που μπορεί να εξηγήσει με ακρίβεια τα φάσματα εκπομπής. (β) Ο δυισμός της ύλης. Ο μονοσήμαντος προσδιορισμός της φύσης της ύλης δεν γίνεται αποδεκτός. Αντιθέτως, η ύλη έχει μια μυστηριώδη ιδιότητα. Αλλού συμπεριφέρεται σαν σώμα και αλλού σαν κύμα. Για παράδειγμα, το ηλεκτρόνιο έχει διττή υφή. Σε κάποια πειράματα ανιχνεύεται σαν σωματίδιο και σε άλλα σαν κυματική διαταραχή. Ακόμη πιο μυστηριώδης για τις αισθήσεις μας είναι η διττή φύση του φωτός. Η συμβατή με την αντίληψη μας εικόνα είναι το φως που διαδίδεται σαν κύμα (που ανακλάται, διαθλάται, περιθλάται, συμβάλλει, κλπ.). Η κβαντική θεωρία όμως μας αποδεικνύει πως το φως, η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία γενικότερα, αποτελείται από κβάντα, ελάχιστες ποσότητες ενέργειας που λέγονται φωτόνια και συμπεριφέρονται σαν σωματίδια. (γ) Η  πιθανοθεωρητική εξήγηση των φαινομένων. Αυτή είναι ίσως και η συγκλονιστικότερη τομή που εισάγει η κβαντική θεωρία, ένας πραγματικός κόλαφος στον «μηχανιστικό ντετερμινισμό» της κλασσικής θεωρίας. Δεν υπάρχει πλέον άπειρη βεβαιότητα και προβλεψιμότητα στη συμπεριφορά ενός στοιχειώδους σωματιδίου, ενός κβαντικού συστήματος γενικότερα, αλλά υπάρχει μια ελάχιστη απροσδιοριστία. Αυτό προκύπτει λόγω της αλληλεπίδρασης του παρατηρητή με το παρατηρούμενο σωματίδιο, η οποία διαταράσσει την κατάσταση του και έτσι η ταυτόχρονη μέτρηση της θέσης και της ορμής του, και άρα της τροχιάς του, δεν μπορεί να γίνει με απόλυτη ακρίβεια. Το αξίωμα αυτό είναι γνωστό σαν αρχή της απροσδιοριστίας ή αβεβαιότητος του Heisenberg. Λόγω του στοιχείου της αβεβαιότητος που εισάγεται στον μικρόκοσμο, αυτό που έχει φυσική σημασία στην κβαντομηχανική είναι η πιθανότητα να εντοπισθεί στο χώρο το σωματίδιο. Τα πάντα ερμηνεύονται με πιθανότητες και όχι βεβαιότητες. Παρά τούτο, η κβαντομηχανική πετυχαίνει μεγάλη ακρίβεια στις μετρήσεις διαφόρων ποσοτήτων, όπως η ηλεκτρική αγωγιμότητα των υλικών, εκεί που η κλασσική θεωρία αποτυγχάνει. Ας σημειωθεί πως ο Einstein, αυτός που πρώτος υπερέβη τις νοησιαρχικές σχηματοποιήσεις του Νευτώνιου κοσμοειδώλου, ουδέποτε εδέχθη αυτή την αρχή της κβαντομηχανικής λέγοντας την περίφημη φράση του «ο Θεός δεν παίζει ζάρια με τον κόσμο». Η μεγάλη επιτυχία της πιθανοθεωρητικής ερμηνείας της κβαντομηχανικής δεν τον δικαιώνει. Η περίπτωση αυτή όμως δικαιώνει κάτι άλλο, ότι δεν υπάρχουν αυθεντίες, ακόμη και οι μεγαλύτεροι επιστήμονες μπορούν να κάνουν λάθος.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως οι δύο μεγάλες επαναστάσεις της σύγχρονης φυσικής για τις οποίες μιλήσαμε μας οδηγούν σε μια σημαντική διαπίστωση: ότι τουλάχιστο στο χώρο των φυσικών επιστημών έχουμε ήδη εγκαταλείψει τον άκρατο μηχανιστικό ντετερμινισμό και ρασιοναλισμό που επικράτησαν σταδιακά στο χώρο της Δυτικής Ευρώπης, από τον μεσαίωνα μέχρι την Αναγέννηση και τη βιομηχανική εποχή. Αυτό το έχουμε κάνει όχι για λόγους χρησιμοθηρικούς, αλλά για λόγους βαθύτερης κατανόησης των φυσικών φαινομένων.  Έχουμε παραιτηθεί από την εικόνα του σύμπαντος (μακροσκοπικού και μικροσκοπικού) που προκύπτει από τη νοητική σχηματοποίηση και απολυτοποίηση των αισθητών μας εμπειριών, και έχουμε εμπεδώσει μια γνωσιολογική μέθοδο πολύ λιγότερο νοησιαρχική και υποκειμενική.

Έτσι, κατά ένα περίεργο τρόπο, ο χώρος των φυσικών επιστημών αναδεικνύεται πρωτοπόρος στην παραίτηση από τον υποκειμενικό λόγο και τον ρασιοναλισμό, και στην επιστροφή στον κοινό λόγο και τη Λογική. Η γνώση όμως δεν μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά ένα όχημα για μια ανθρώπινη στάση ζωής. Δυστυχώς, η γενικότερη στάση ζωής του Δυτικού – Παγκόσμιου σήμερα ανθρώπου, κυρίως στο κοινωνικό-οικονομικό-πολιτικό επίπεδο, αγνοεί την γνωσιολογική πρόοδο των φυσικών επιστημών και παραμένει δέσμια της ρασιοναλιστικής αντίληψης, αποτέλεσμα της οποίας είναι οι κάθε λογής ολοκληρωτισμοί και οι δημοκρατίες κοινοβουλευτικού τύπου με την μαζική αποχαύνωση των μαζών. Ακόμη και οι ίδιες οι τεχνικές εφαρμογές των φυσικών επιστημών όλο και γίνονται πιο χρησιμοθηρικές, η γνώση αυτονομείται προς όφελος του κέρδους.

Κλείνοντας, και απευθυνόμενος ξανά προς τους μαθητές μας, θέλω να τους συγχαρώ και να τους τονίσω πως προφανώς και πρέπει να έχουν στη ζωή τους σαν κατευθυντήρια γραμμή το «αιέν αριστεύειν», αλλά και να θυμούνται και να συνειδητοποιούν πως ανήκουμε στον Ελληνικό – Ρωμέϊκο πολιτισμό που μας κληροδότησαν οι πρόγονοι μας, πως στη δική μας στάση ζωής είμαστε αληθινοί όταν κοινωνούμε μεταξύ μας, και πως είναι κρίμα να αφήσουμε αυτό τον πολιτισμό να αλλοτριωθεί.

Εύχομαι ότι καλύτερο στη ζωή σας και σας ευχαριστώ που με ακούσατε.