To ΤΕΠΑΚ συμμετέχει στη διεθνή εκστρατεία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για την Αναπτυξιακή Γλωσσική Διαταραχή


Νέα-Ανακοινώσεις

Το ερευνητικό εργαστήριο «Επικοινωνίας Λόγου Γλώσσας (ΕΠΙΛΟΓο)» του Τμήματος Επιστημών Αποκατάστασης του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου, συμμετέχει και φέτος μαζί με άλλους οργανισμούς από 40 χώρες στη διεθνή εκστρατεία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για την Αναπτυξιακή Γλωσσική Διαταραχή (ΑΓΔ).

Σύνθημα της εκστρατείας αυτή τη χρονιά, η οποία κορυφώνεται στις 20 Οκτωβρίου, ημέρα ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για την ΑΓΔ, είναι «Developmental Language Disorder: Around the world». Με αυτό σκοπός είναι να αναδειχθεί το γεγονός πως η ΑΓΔ επηρεάζει άτομα από όλο τον κόσμο ανεξαρτήτου ηλικίας, φύλου και εθνικότητας.  

Ο όρος ΑΓΔ εφαρμόζεται για τα άτομα των οποίων η γλωσσική ανάπτυξη (έκφραση ή/και κατανόηση) αποκλίνει από αυτή των συνομηλίκων τους και των οποίων η απόκλιση αυτή δε συνδέεται με κάποια βιοϊατρική πάθηση, όπως ένα γενετικό σύνδρομο, μια νευροαισθητήρια απώλεια ακοής, μια νευρολογική ασθένεια, μια Διαταραχή του Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) ή μια διανοητική αναπηρία.

 Αν και δεν υπάρχουν επιδημιολογικές μελέτες  που να αναφέρονται στη συχνότητα εμφάνισης της διαταραχής σε ελληνόφωνους πληθυσμούς, σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία η διαταραχή συμβαίνει περίπου στο 7% του παιδικού πληθυσμού. Αυτό σημαίνει πως σε μια τάξη όπου φοιτούν 30 παιδιά προβλέπεται πως 2 μαθητές/ήτριες ενδέχεται να παρουσιάζουν ΑΓΔ.

Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του λόγου των παιδιών με ΑΓΔ, αυτά είναι η δυσνόητη ομιλία με απλοποιήσεις και αντικαταστάσεις φθόγγων, η χρήση απλής δομής προτάσεων, οι δυσκολίες στη μορφολογία, το περιορισμένο λεξιλόγιο, ο λιτός αφηγηματικός λόγος, η ανεπαρκής οργάνωση ιδεών, καθώς και οι δυσκολίες στην κατανόηση παρομοιώσεων και μεταφορών. Ευρήματα ερευνών δείχνουν επίσης ότι τα παιδιά με ΑΓΔ διαθέτουν φτωχές μνημονικές δεξιότητες, που αφορούν στη(ν) βραχυπρόθεσμη/εργαζόμενη, καθώς και στη μακροπρόθεσμη και στην οπτικοχωρική μνήμη.  Άλλες πιθανές ενδείξεις που μπορεί να εντοπιστούν στην προσχολική ηλικία και αποτελούν προάγγελο της διαταραχής που αργότερα θα επηρεάσει τη μαθησιακή διαδικασία, αποτελούν η δυσκολία στην πλήρη κατάκτηση της φωνολογίας, καθώς και η δυσκολία στην επανάληψη ψευδολέξεων. Σημειώνεται ότι τα χαρακτηριστικά της ΑΓΔ, όπως αναφέρεται στη σχετική βιβλιογραφία, εμμένουν ακόμα και κατά τη φοίτηση των παιδιών στο σχολείο, αλλά και στην ενήλικη ζωή με μια διαφοροποιημένη όμως εικόνα.

Υπογραμμίζεται ότι, η ΑΓΔ χαρακτηρίζεται από μεγάλη ανομοιογένεια, αφού οι γλωσσικές συνιστώσες (φωνολογία, μορφολογία, σημασιολογία, σύνταξη και πραγματολογία) δύναται να επηρεάζονται σε διαφορετικό βαθμό και σε διαφορετικούς συνδυασμούς, σε ό,τι αφορά τόσο στην κατανόηση όσο και στην έκφραση του λόγου.

Η ΑΓΔ αν δεν αντιμετωπιστεί κατάλληλα επιφέρει αλυσιδωτές επιπτώσεις. Πρώτιστα, τα παιδιά με ΑΓΔ αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες που αφορούν τόσο στην  παραγωγή γραπτού λόγου όσο και στην ανάγνωση. Για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να είναι επαρκής αναγνώστης, αλλά να διαθέτει ικανότητα κατανόησης κειμένου πολύ περιορισμένη. Επίσης, συχνά τα παιδιά αυτά αντιμετωπίζουν κοινωνικές δυσκολίες, αφού η περιορισμένη ικανότητά τους να αντιλαμβάνονται τι λένε οι άλλοι και να ανταποκρίνονται, επιφέρει αρνητικό αντίκτυπο στις κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές. Στη σχετική βιβλιογραφία αναφέρεται επίσης πως παιδιά με επίμονες γλωσσικές δυσκολίες μπορεί να παρουσιάζουν θέματα ψυχικής υγείας, τα οποία εκφράζονται με εξωτερικές συμπεριφορές (π.χ. προβλήματα συμπεριφοράς: επιθετικότητα "καβγάδες με άλλα παιδιά") ή/και εσωτερικευμένες δυσκολίες (π.χ. απόσυρση: μοναχικά, τείνουν να παίζουν μόνα τους). Ακόμα, παρά το γεγονός ότι πολλά άτομα με ΑΓΔ εργοδοτούνται και είναι επιτυχημένοι επαγγελματίες, ένα σημαντικό ποσοστό αυτών παραμένει άνεργο.

Η αξία της γλωσσικής παρέμβασης σε παιδιά με ΑΓΔ έχει μελετηθεί και αποδειχθεί ευεργετική για την εξέλιξή τους. Η γλωσσική παρέμβαση επιφέρει θετικά αποτελέσματα όχι μόνο στις γλωσσικές δεξιότητες των παιδιών αυτών, αλλά και σε άλλους τομείς, όπως η σχολική απόδοση, η κοινωνική συμμετοχή, η ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη κ.λπ.. Έτσι, οι επικοινωνιακές και γλωσσικές δεξιότητες αποτελούν προτεραιότητα σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες και χαίρουν της δέουσας σημασίας. Όσον αφορά την Ευρώπη, οι φορείς χάραξης πολιτικής φαίνεται να αναγνωρίζουν τη σημαντικότητα της έγκαιρης και κατάλληλης γλωσσικής ενίσχυσης ως παράγοντα μείωσης των αρνητικών επιπτώσεων στην ενήλικη ζωή (π.χ. επαγγελματική αποτυχία, αύξηση ακατάλληλων συμπεριφορών). Παρόλα αυτά δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία που να περιγράφουν τις πολιτικές παροχής υπηρεσιών σε πολλές από τις ευρωπαϊκές χώρες, γι’ αυτό και σημαντικός αριθμός ερευνητικών δράσεων στην Ευρώπη έχουν αναπτυχθεί έχοντας αυτό ως στόχο.

Στην Κύπρο η παροχή λογοθεραπευτικών υπηρεσιών λαμβάνει χώρα από λογοθεραπευτές που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα και από λογοθεραπευτές του δημοσίου τομέα. Στον δημόσιο τομέα, οι λογοθεραπευτές παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της ειδικής εκπαίδευσης και στο πλαίσιο των ιατρικών υπηρεσιών.  Η πρόσβαση στις υπηρεσίες λογοθεραπείας προϋποθέτει τον εντοπισμό και τη διάγνωση των επηρεαζόμενων παιδιών. Οι διαδικασίες του εντοπισμού/της ανίχνευσης, της αξιολόγησης και τελικά της διάγνωσης των παιδιών που παρουσιάζουν ΑΓΔ αναγνωρίζονται στη διεθνή βιβλιογραφία ως πρόκληση, τόσο εξαιτίας της ανομοιογένειας που χαρακτηρίζει τη διαταραχή, όσο και εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο περιγράφεται η διαταραχή. Ως εκ τούτου, το μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών με ΑΓΔ παραμένουν απαρατήρητα και δε λαμβάνουν τις απαραίτητες και σημαντικές παρεμβάσεις. Η πρόκληση γίνεται μεγαλύτερη όταν ο κλινικός καλείται να διαγνώσει παιδιά, των οποίων η μητρική γλώσσα είναι κάποια διαλεκτική γλωσσική ποικιλία της επίσημης γλώσσας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Κύπρου. 

«Developmental Language Disorder: Around the world»! Οι ειδικοί, γονείς, εκπαιδευτικοί, γιατροί, φορείς χάραξης πολιτικής….όλοι πρέπει να ενημερωθούν και ενωμένοι να διασφαλίσουν πως τα παιδιά με ΑΓΔ θα εντοπιστούν και θα λάβουν την κατάλληλη στήριξη, ούτως ώστε να περιοριστούν όχι μόνο οι γλωσσικές αδυναμίες, αλλά και οι αρνητικές επιπτώσεις της διαταραχής.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την εν λόγω διαταραχή, καθώς επίσης και για πληροφορίες σχετικές με την έρευνα που διεξάγει το εργαστήριο «ΕΠΙΛΟΓο», με σκοπό την παραγωγή γνώσης για την ΑΓΔ,  μπορείτε να επικοινωνήσετε με τη Δρα  Έλενα Θεοδώρου, Επίκουρη Καθηγήτρια Λογοθεραπείας/Λογοπαθολογίας, Επιστημονική Υπεύθυνη Εργαστηρίου «ΕΠΙΛΟΓο», Τμήμα Επιστημών Αποκατάστασης, Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου στο email: eleni.theodorou@cut.ac.cy.

Επίσης, επισκεφτείτε τις σελίδες: https://radld.org/, https://www.facebook.com/epilogocy, https://speechtherapy.org.cy.

Πρόσφατα άρθρα

Τελέστηκαν τα εγκαίνια της νέας Σχολής του ΤΕΠΑΚ στην Πάφο

Τελέστηκαν τα εγκαίνια της νέας Σχολής του ΤΕΠΑΚ στην Πάφο

Περίτεχνα χειροποίητα κοσμήματα «κατέκλυσαν» την Απαισιά

Περίτεχνα χειροποίητα κοσμήματα «κατέκλυσαν» την Απαισιά

Επίσκεψη Ομίλου Cyfield στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΤΕΠΑΚ

Επίσκεψη Ομίλου Cyfield στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΤΕΠΑΚ

Επίσκεψη Ομίλου Cyfield στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΤΕΠΑΚ

Το ερευνητικό εργαστήριο «Επικοινωνίας Λόγου Γλώσσας (ΕΠΙΛΟΓο)» του Τμήματος Επιστημών Αποκατάστασης του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου, συμμετέχει και φέτος μαζί με άλλους οργανισμούς από 40 χώρες στη διεθνή εκστρατεία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για την Αναπτυξιακή Γλωσσική Διαταραχή (ΑΓΔ).

Σύνθημα της εκστρατείας αυτή τη χρονιά, η οποία κορυφώνεται στις 20 Οκτωβρίου, ημέρα ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για την ΑΓΔ, είναι «Developmental Language Disorder: Around the world». Με αυτό σκοπός είναι να αναδειχθεί το γεγονός πως η ΑΓΔ επηρεάζει άτομα από όλο τον κόσμο ανεξαρτήτου ηλικίας, φύλου και εθνικότητας.  

Ο όρος ΑΓΔ εφαρμόζεται για τα άτομα των οποίων η γλωσσική ανάπτυξη (έκφραση ή/και κατανόηση) αποκλίνει από αυτή των συνομηλίκων τους και των οποίων η απόκλιση αυτή δε συνδέεται με κάποια βιοϊατρική πάθηση, όπως ένα γενετικό σύνδρομο, μια νευροαισθητήρια απώλεια ακοής, μια νευρολογική ασθένεια, μια Διαταραχή του Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) ή μια διανοητική αναπηρία.

 Αν και δεν υπάρχουν επιδημιολογικές μελέτες  που να αναφέρονται στη συχνότητα εμφάνισης της διαταραχής σε ελληνόφωνους πληθυσμούς, σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία η διαταραχή συμβαίνει περίπου στο 7% του παιδικού πληθυσμού. Αυτό σημαίνει πως σε μια τάξη όπου φοιτούν 30 παιδιά προβλέπεται πως 2 μαθητές/ήτριες ενδέχεται να παρουσιάζουν ΑΓΔ.

Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του λόγου των παιδιών με ΑΓΔ, αυτά είναι η δυσνόητη ομιλία με απλοποιήσεις και αντικαταστάσεις φθόγγων, η χρήση απλής δομής προτάσεων, οι δυσκολίες στη μορφολογία, το περιορισμένο λεξιλόγιο, ο λιτός αφηγηματικός λόγος, η ανεπαρκής οργάνωση ιδεών, καθώς και οι δυσκολίες στην κατανόηση παρομοιώσεων και μεταφορών. Ευρήματα ερευνών δείχνουν επίσης ότι τα παιδιά με ΑΓΔ διαθέτουν φτωχές μνημονικές δεξιότητες, που αφορούν στη(ν) βραχυπρόθεσμη/εργαζόμενη, καθώς και στη μακροπρόθεσμη και στην οπτικοχωρική μνήμη.  Άλλες πιθανές ενδείξεις που μπορεί να εντοπιστούν στην προσχολική ηλικία και αποτελούν προάγγελο της διαταραχής που αργότερα θα επηρεάσει τη μαθησιακή διαδικασία, αποτελούν η δυσκολία στην πλήρη κατάκτηση της φωνολογίας, καθώς και η δυσκολία στην επανάληψη ψευδολέξεων. Σημειώνεται ότι τα χαρακτηριστικά της ΑΓΔ, όπως αναφέρεται στη σχετική βιβλιογραφία, εμμένουν ακόμα και κατά τη φοίτηση των παιδιών στο σχολείο, αλλά και στην ενήλικη ζωή με μια διαφοροποιημένη όμως εικόνα.

Υπογραμμίζεται ότι, η ΑΓΔ χαρακτηρίζεται από μεγάλη ανομοιογένεια, αφού οι γλωσσικές συνιστώσες (φωνολογία, μορφολογία, σημασιολογία, σύνταξη και πραγματολογία) δύναται να επηρεάζονται σε διαφορετικό βαθμό και σε διαφορετικούς συνδυασμούς, σε ό,τι αφορά τόσο στην κατανόηση όσο και στην έκφραση του λόγου.

Η ΑΓΔ αν δεν αντιμετωπιστεί κατάλληλα επιφέρει αλυσιδωτές επιπτώσεις. Πρώτιστα, τα παιδιά με ΑΓΔ αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες που αφορούν τόσο στην  παραγωγή γραπτού λόγου όσο και στην ανάγνωση. Για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να είναι επαρκής αναγνώστης, αλλά να διαθέτει ικανότητα κατανόησης κειμένου πολύ περιορισμένη. Επίσης, συχνά τα παιδιά αυτά αντιμετωπίζουν κοινωνικές δυσκολίες, αφού η περιορισμένη ικανότητά τους να αντιλαμβάνονται τι λένε οι άλλοι και να ανταποκρίνονται, επιφέρει αρνητικό αντίκτυπο στις κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές. Στη σχετική βιβλιογραφία αναφέρεται επίσης πως παιδιά με επίμονες γλωσσικές δυσκολίες μπορεί να παρουσιάζουν θέματα ψυχικής υγείας, τα οποία εκφράζονται με εξωτερικές συμπεριφορές (π.χ. προβλήματα συμπεριφοράς: επιθετικότητα "καβγάδες με άλλα παιδιά") ή/και εσωτερικευμένες δυσκολίες (π.χ. απόσυρση: μοναχικά, τείνουν να παίζουν μόνα τους). Ακόμα, παρά το γεγονός ότι πολλά άτομα με ΑΓΔ εργοδοτούνται και είναι επιτυχημένοι επαγγελματίες, ένα σημαντικό ποσοστό αυτών παραμένει άνεργο.

Η αξία της γλωσσικής παρέμβασης σε παιδιά με ΑΓΔ έχει μελετηθεί και αποδειχθεί ευεργετική για την εξέλιξή τους. Η γλωσσική παρέμβαση επιφέρει θετικά αποτελέσματα όχι μόνο στις γλωσσικές δεξιότητες των παιδιών αυτών, αλλά και σε άλλους τομείς, όπως η σχολική απόδοση, η κοινωνική συμμετοχή, η ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη κ.λπ.. Έτσι, οι επικοινωνιακές και γλωσσικές δεξιότητες αποτελούν προτεραιότητα σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες και χαίρουν της δέουσας σημασίας. Όσον αφορά την Ευρώπη, οι φορείς χάραξης πολιτικής φαίνεται να αναγνωρίζουν τη σημαντικότητα της έγκαιρης και κατάλληλης γλωσσικής ενίσχυσης ως παράγοντα μείωσης των αρνητικών επιπτώσεων στην ενήλικη ζωή (π.χ. επαγγελματική αποτυχία, αύξηση ακατάλληλων συμπεριφορών). Παρόλα αυτά δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία που να περιγράφουν τις πολιτικές παροχής υπηρεσιών σε πολλές από τις ευρωπαϊκές χώρες, γι’ αυτό και σημαντικός αριθμός ερευνητικών δράσεων στην Ευρώπη έχουν αναπτυχθεί έχοντας αυτό ως στόχο.

Στην Κύπρο η παροχή λογοθεραπευτικών υπηρεσιών λαμβάνει χώρα από λογοθεραπευτές που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα και από λογοθεραπευτές του δημοσίου τομέα. Στον δημόσιο τομέα, οι λογοθεραπευτές παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της ειδικής εκπαίδευσης και στο πλαίσιο των ιατρικών υπηρεσιών.  Η πρόσβαση στις υπηρεσίες λογοθεραπείας προϋποθέτει τον εντοπισμό και τη διάγνωση των επηρεαζόμενων παιδιών. Οι διαδικασίες του εντοπισμού/της ανίχνευσης, της αξιολόγησης και τελικά της διάγνωσης των παιδιών που παρουσιάζουν ΑΓΔ αναγνωρίζονται στη διεθνή βιβλιογραφία ως πρόκληση, τόσο εξαιτίας της ανομοιογένειας που χαρακτηρίζει τη διαταραχή, όσο και εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο περιγράφεται η διαταραχή. Ως εκ τούτου, το μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών με ΑΓΔ παραμένουν απαρατήρητα και δε λαμβάνουν τις απαραίτητες και σημαντικές παρεμβάσεις. Η πρόκληση γίνεται μεγαλύτερη όταν ο κλινικός καλείται να διαγνώσει παιδιά, των οποίων η μητρική γλώσσα είναι κάποια διαλεκτική γλωσσική ποικιλία της επίσημης γλώσσας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Κύπρου. 

«Developmental Language Disorder: Around the world»! Οι ειδικοί, γονείς, εκπαιδευτικοί, γιατροί, φορείς χάραξης πολιτικής….όλοι πρέπει να ενημερωθούν και ενωμένοι να διασφαλίσουν πως τα παιδιά με ΑΓΔ θα εντοπιστούν και θα λάβουν την κατάλληλη στήριξη, ούτως ώστε να περιοριστούν όχι μόνο οι γλωσσικές αδυναμίες, αλλά και οι αρνητικές επιπτώσεις της διαταραχής.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την εν λόγω διαταραχή, καθώς επίσης και για πληροφορίες σχετικές με την έρευνα που διεξάγει το εργαστήριο «ΕΠΙΛΟΓο», με σκοπό την παραγωγή γνώσης για την ΑΓΔ,  μπορείτε να επικοινωνήσετε με τη Δρα  Έλενα Θεοδώρου, Επίκουρη Καθηγήτρια Λογοθεραπείας/Λογοπαθολογίας, Επιστημονική Υπεύθυνη Εργαστηρίου «ΕΠΙΛΟΓο», Τμήμα Επιστημών Αποκατάστασης, Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου στο email: eleni.theodorou@cut.ac.cy.

Επίσης, επισκεφτείτε τις σελίδες: https://radld.org/, https://www.facebook.com/epilogocy, https://speechtherapy.org.cy.