Καταιγίδες σκόνης ερήμου και προστασία ευάλωτων υποομάδων


Αρθρογραφία

Οι καταιγίδες σκόνης της ερήμου (ΚΣΕ) προκαλούνται όταν στροβιλώδεις άνεμοι παρασύρουν μικρά σωματίδια από την επιφάνεια της ερήμου και τα διασπείρουν στην ατμόσφαιρα, μεταφέροντας τα σε μεγάλες αποστάσεις διασχίζοντας θάλασσες και ωκεανούς. Από αυτά, μελετάμε κυρίως τα εισπνεύσιμα αιωρούμενα σωματίδια με αεροδυναμική διάμετρο μικρότερη των 10 μm (δηλαδή, περίπου το 1/5 της διαμέτρου μιας ανθρώπινης τρίχας), τα οποία συμβολίζονται ως ΑΣ10 (ή διεθνώς ως ΡΜ10, Particulate Matter).  Τα ΑΣ10 προέρχονται από φυσικές πηγές, όπως οι καταιγίδες σκόνης ερήμου, αλλά επίσης επαναεώρηση τοπικής σκόνης, θαλάσσιο αλάτι, πυρκαγιές και άλλες. Σε αντίθεση, τα μικρότερα σωματίδια με αεροδυναμική διάμετρο ≤ 2.5 μm – ΑΣ2.5/ΡΜ2.5 προέρχονται από ανθρωπογενείς πηγές, όπως ρύποι και φθορές από ελαστικά μηχανοκίνητων οχημάτων, εστίες καύσεις, κα. Τα ΑΣ2.5 έχουν μελετηθεί εκτενώς στη διεθνή βιβλιογραφία και έχει διαφανεί ότι είναι επικίνδυνα για την ανθρώπινη υγεία. Κατά την τελευταία δεκαετία, το ερώτημα κατά πόσο τα ΑΣ από φυσικές πηγές, όπως οι ΚΣΕ, έχουν παρόμοιες αρνητικές επιδράσεις στην ανθρώπινη υγεία έχει απασχολήσει ιδιαίτερα την ερευνητική κοινότητα. Μελέτες από την Κύπρο είχαν σημαντικό προβάδισμα διεθνώς στην μελέτη των επιπτώσεων ΚΣΕ στη διεθνή βιβλιογραφία  [1]. Η πρώτη επιδημιολογική μελέτη από την Κύπρο είχε δείξει κιόλας από το 2008 ότι υπήρχε σημαντική αύξηση στον αριθμό εισαγωγών στα νοσοκομεία της πρωτεύουσας κατά τις ημέρες με υψηλές συγκεντρώσεις ΑΣ10 λόγω ΚΣΕ. Σε μελέτη που ακολούθησε κάποια χρόνια αργότερα διαφάνηκε ότι υπήρχε αύξηση στον ημερήσιο αριθμό θανάτων από καρδιαγγειακά νοσήματα τις ημέρες με σκόνη [2]. Κατά την τελευταία δεκαετία, ακολούθησαν δεκάδες επιδημιολογικές μελέτες από την περιοχή της Μεσογείου αλλά και ανά το παγκόσμιο οι οποίες εξέτασαν τις ανθρώπινες επιδράσεις των ΚΣΕ σε διάφορους πληθυσμούς. Όσο και εάν οι ακριβείς παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως, οι πλείστες μελέτες επιβεβαίωσαν την βραχυχρόνια αύξηση στην καρδιοαναπνευστική θνησιμότητα και νοσηρότητα κατά την διάρκεια των επεισοδίων ή τις αμέσως επόμενες μέρες μετά την παρέλευση τους.

H Κύπρος, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, επηρεάζεται από τις μεγαλύτερες σε έκταση ερήμους του πλανήτη, της Σαχάρας, της Συρίας και της Αραβικής χερσονήσου. Ως αποτέλεσμα, το νησί μας επηρεάζεται συχνά από το φαινόμενο των ΚΣΕ, κατά την διάρκεια των οποίων οι συγκεντρώσεις των ΑΣ10 αυξάνονται σημαντικά ώστε να ξεπερνούν συχνά το ημερήσιο όριο των 50μg/m3που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Κατά την διάρκεια έντονων επεισοδίων, οι συγκεντρώσεις μπορούν να φτάσουν τις εκατοντάδες ή χιλιάδες μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο (μg/m3). Αναδρομική μελέτη από την Κύπρο είχε εντοπίσει σημαντική αύξηση στον αριθμό των επεισοδίων κατά την χρονική περίοδο 1998-2008, με μια αύξηση περίπου της τάξεως των 1,7 επιπλέον ημέρες το χρόνο (δες Εικόνα 1) [2]. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι η καταγεγραμμένη αύξηση στα επεισόδια ΚΣΕ συνέχισε με τον ίδιο ρυθμό την δεκαετία που ακολούθησε. Στο παρόν στάδιο, εξετάζονται διάφορα χαρακτηριστικά των ΚΣΕ που έφτασαν στο νησί μας κατά την δεκαετία 2007-2016. Αυτά συμπεριλαμβάνουν τη συχνότητα, την ένταση, την εποχικότητα, το ύψος σκόνης στην ατμόσφαιρα όπως επίσης και την πηγή της σκόνης. Προκαταρτικά αποτελέσματα δείχνουν ότι, στην Κύπρο, δεν καταγράφηκε μονοτονική αυξητική τάση την δεκαετία που ακολούθησε ούτε ως προς τη συχνότητα ούτε ως προς την ένταση των συγκεντρώσεων των ΚΣΕ (Εικόνα 2). Αν και μια μεγάλη μελέτη από την  νοτιοανατολική περιοχή της Μεσογείου κατέδειξε αύξηση στην συχνότητα ΚΣΕ από την έρημο της Αφρικής κατά τα έτη 1958-2006 [4], διάφορες άλλες μελέτες από την περιοχή της Μεσογείου κατέληξαν σε αντιφατικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, μελέτη από Ισραήλ  έχει εντοπίσει αύξηση στην ένταση των επεισοδίων κατά τα τελευταία 3 χρόνια της περιόδου 2001–2012 [5], ενώ μελέτη από την βόρειο-κεντρική Ισπανία κατέγραψε μείωση τόσο στην ένταση όσο και στη συχνότητα των ΚΣΕ κατά την περίοδο 2003-2014) [6] ενώ σε χώρες της Μεσογείου δεν έχει παρατηρηθεί καμία αλλαγή κατά τα έτη 2001-2011 [7].  Οι μελέτες έχουν καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα ανάλογα με την χρονική περίοδο που εξέτασαν ή την ιδιαίτερη περιοχή στην οποία επικεντρώθηκαν. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν μακροχρόνιες μετρήσεις εδάφους που καλύπτουν μεγάλες περιόδους ώστε να επιτραπεί αναλυτική διερεύνηση της συχνότητας και των χαρακτηριστικών του φαινομένου. Αν και διάφορα κλιματικά μοντέλα έχουν προβλέψει ότι στο μέλλον θα αυξηθούν τόσο η συχνότητα όσο και στην ένταση των ΚΣΕ [8], η όποια ακριβής πρόβλεψη είναι δύσκολη λόγω του ότι το φαινόμενο επηρεάζεται από πολλαπλές παραμέτρους, όπως φυσικές διακυμάνσεις του κλίματος, ανθρωπογενή τροποποίηση των επιφανειών της ερήμου και τις κλιματικές αλλαγές  [9].

Οι ΚΣΕ είναι ένα φυσικό και απρόβλεπτο φαινόμενο για το οποίο δύσκολα μπορούμε να ελέγξουμε. Λόγω αυτού, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανταποκρίνεται στην σημαντικότητα ανάπτυξης και εφαρμογής μέτρων προστασίας του πληθυσμού με το συγχρηματοδοτούμενο πρόγραμμα LIFE ΜΗΔΕΙΑ («Μείωση των Επιδράσεων των Καταιγίδων Σκόνης της Ερήμου στην Υγεία Υιοθετώντας Στρατηγικές Μείωσης της Έκθεσης»). Το πρόγραμμα θέτει ως γενικότερο στόχο την επιστημονική τεκμηρίωση της αποδοτικότητας ενός στρατηγικού σχεδίου μείωσης της έκθεσης του πληθυσμού στη σκόνη της ερήμου και τη διάχυση του σχεδίου τόσο σε τοπικό όσο και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Το πρόγραμμα ΜΗΔΕΙΑ αποτελεί μια διεπιστημονική κοινοπραξία οκτώ εταίρων από Κύπρο, Ελλάδα, και Ισραήλ, τρεις χώρες της Μεσογείου οι οποίες επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από το εν λόγω φαινόμενο. Συντονιστής του έργου είναι η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κύπρου με συνεργαζόμενους φορείς το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου, το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας-Κλάδος Ποιότητας Αέρα, το Τμήμα Μετεωρολογίας Kύπρου, το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, το Πανεπιστήμιο Κρήτης, η Ε.Ν.Α. Consulting και το Ιατρικό και Ερευνητικό Κέντρο Σορόκα του Ισραήλ.  Το πρόγραμμα ξεκίνησε το Σεπτέμβριο του 2017 και θα ολοκληρωθεί τέλη του 2021. Συνοπτικά, το έργο αποσκοπεί στην: 1) ανάπτυξη και βελτιστοποίηση της δυνατότητας έγκυρης και έγκαιρης πρόγνωσης των επεισοδίων σκόνης, 2) ανάπτυξη βιώσιμων και εφαρμόσιμων οδηγιών για μείωση της έκθεσης στη σκόνη της ερήμου και 3) αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των προτεινόμενων οδηγιών σε συγκεκριμένες ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, και συγκεκριμένα σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή και σε παιδιά με άσθμα.

Η ομάδα του ΤΕΠΑΚ, η οποία αποτελείται από ακαδημαϊκούς και ερευνητές από το Διεθνές Ινστιτούτο Κύπρου για την Περιβαλλοντική και Δημόσια Υγεία και το Τμήμα Νοσηλευτικής, με επιστημονικούς υπεύθυνους τους  Δρ. Νίκο Μίτλεττον και την Δρ. Στεφανία Παπαθεοδώρου, έχει καθοριστικό ρόλο στο έργο. Η ομάδα έχει αναπτύξει το πακέτο των μέτρων προφύλαξης και μείωσης της έκθεσης από τη σκόνη, του οποίου η αξιολόγηση βρίσκεται υπό εξέλιξη. Οι οδηγίες έχουν αναπτυχθεί σε μορφή animation και με το πέρας της αξιολόγησης και αφού οριστικοποιηθεί το πακέτο των μέτρων θα είναι διαθέσιμες  στην εφαρμογή τηλεφώνου η οποία αναπτύσσεται στο πλαίσιο του ΜΗΔΕΙΑ και θα προβληθεί στα ΜΜΕ για ευρύτερη διάχυση. Τα μέτρα προστασίας έχουν σκοπό τη μείωση της έκθεσης στη σκόνη τόσο σε εξωτερικούς όσο και σε εσωτερικούς χώρους. Η αξιολόγηση της εφασμοσιμότητας και της αποτελεσματικότητας των μέτρων πραγματοποιείται στη βάση κλινικών παραμέτρων όπως επίσης και των μετρήσεων των συγκεντρώσεων ΑΣ10 και ΑΣ2.5 στα σπίτια των ασθενών και των παιδιών που συμμετέχουν στην αξιολόγηση και στα σχολεία στην περίπτωση των ασθματικών παιδιών. Για το σκοπό αυτό, το ΤΕΠΑΚ χρησιμοποιεί  δειγματολήπτες αέρα τελευταίας τεχνολογίας.

Τα αποτελέσματα της μελέτης αναμένεται να αξιοποιηθούν από τους αρμόδιους κρατικούς φορείς στην Κύπρο ώστε να διαμορφώσουν την μελλοντική στρατηγική τους για τα επεισόδια καταιγίδων σκόνης. Στο πλαίσιο του έργου, το ΤΕΠΑΚ έχει ήδη οργανώσει εκπαίδευση αναφορικά με τη μεθόδου της δειγματοληψίας (Εικόνα 3) όσο και εκδηλώσεις ενημέρωσης των αρμόδιων και εμπλεκόμενων φορέων (Εικόνα 4). 

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα LIFE ΜΗΔΕΙΑ μπορείτε να βρείτε ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα του προγράμματος (https://www.life-medea.eu/ ).

Εικόνες

Εικόνα 1. Η συχνότητα ΚΣΕ κατά τα έτη 1998-2008.

 

 

Εικόνα 2. Συγκεντρώσεις των ΑΣ10  κατά τα έτη 2007-2016 (κόκκινο: μέρες ΚΣΕ, μπλε: μέρες χωρίς ΚΣΕ) (προκαταρτικά αποτελέσματα)

Εικόνα 3. Μεταδιδακτορική ερευνήτρια του ΤΕΠΑΚ εκπαιδεύει συνεργάτες στην Κρήτη στη χρήση των δειγματοληπτών (αριστερά) και δειγματολήπτης ΑΣ εξωτερικού χώρου σε σχολείο (δεξιά).

 

Της Σουζάνας Αχιλλέως

Μεταδιδακτορικός Συνεργάτης για το LIFE MEDEA

 

 

 

Πρόσφατα άρθρα

Η προοπτική των υδρογονανθράκων για την Κύπρο διαφυλάσσοντας τη δημόσια υγεία

Η προοπτική των υδρογονανθράκων για την Κύπρο διαφυλάσσοντας τη δημόσια υγεία

Συστημική καινοτομία για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής

Συστημική καινοτομία για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής

Καταιγίδες σκόνης ερήμου και προστασία ευάλωτων υποομάδων

Καταιγίδες σκόνης ερήμου και προστασία ευάλωτων υποομάδων

Καταιγίδες σκόνης ερήμου και προστασία ευάλωτων υποομάδων

Οι καταιγίδες σκόνης της ερήμου (ΚΣΕ) προκαλούνται όταν στροβιλώδεις άνεμοι παρασύρουν μικρά σωματίδια από την επιφάνεια της ερήμου και τα διασπείρουν στην ατμόσφαιρα, μεταφέροντας τα σε μεγάλες αποστάσεις διασχίζοντας θάλασσες και ωκεανούς. Από αυτά, μελετάμε κυρίως τα εισπνεύσιμα αιωρούμενα σωματίδια με αεροδυναμική διάμετρο μικρότερη των 10 μm (δηλαδή, περίπου το 1/5 της διαμέτρου μιας ανθρώπινης τρίχας), τα οποία συμβολίζονται ως ΑΣ10 (ή διεθνώς ως ΡΜ10, Particulate Matter).  Τα ΑΣ10 προέρχονται από φυσικές πηγές, όπως οι καταιγίδες σκόνης ερήμου, αλλά επίσης επαναεώρηση τοπικής σκόνης, θαλάσσιο αλάτι, πυρκαγιές και άλλες. Σε αντίθεση, τα μικρότερα σωματίδια με αεροδυναμική διάμετρο ≤ 2.5 μm – ΑΣ2.5/ΡΜ2.5 προέρχονται από ανθρωπογενείς πηγές, όπως ρύποι και φθορές από ελαστικά μηχανοκίνητων οχημάτων, εστίες καύσεις, κα. Τα ΑΣ2.5 έχουν μελετηθεί εκτενώς στη διεθνή βιβλιογραφία και έχει διαφανεί ότι είναι επικίνδυνα για την ανθρώπινη υγεία. Κατά την τελευταία δεκαετία, το ερώτημα κατά πόσο τα ΑΣ από φυσικές πηγές, όπως οι ΚΣΕ, έχουν παρόμοιες αρνητικές επιδράσεις στην ανθρώπινη υγεία έχει απασχολήσει ιδιαίτερα την ερευνητική κοινότητα. Μελέτες από την Κύπρο είχαν σημαντικό προβάδισμα διεθνώς στην μελέτη των επιπτώσεων ΚΣΕ στη διεθνή βιβλιογραφία  [1]. Η πρώτη επιδημιολογική μελέτη από την Κύπρο είχε δείξει κιόλας από το 2008 ότι υπήρχε σημαντική αύξηση στον αριθμό εισαγωγών στα νοσοκομεία της πρωτεύουσας κατά τις ημέρες με υψηλές συγκεντρώσεις ΑΣ10 λόγω ΚΣΕ. Σε μελέτη που ακολούθησε κάποια χρόνια αργότερα διαφάνηκε ότι υπήρχε αύξηση στον ημερήσιο αριθμό θανάτων από καρδιαγγειακά νοσήματα τις ημέρες με σκόνη [2]. Κατά την τελευταία δεκαετία, ακολούθησαν δεκάδες επιδημιολογικές μελέτες από την περιοχή της Μεσογείου αλλά και ανά το παγκόσμιο οι οποίες εξέτασαν τις ανθρώπινες επιδράσεις των ΚΣΕ σε διάφορους πληθυσμούς. Όσο και εάν οι ακριβείς παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως, οι πλείστες μελέτες επιβεβαίωσαν την βραχυχρόνια αύξηση στην καρδιοαναπνευστική θνησιμότητα και νοσηρότητα κατά την διάρκεια των επεισοδίων ή τις αμέσως επόμενες μέρες μετά την παρέλευση τους.

H Κύπρος, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, επηρεάζεται από τις μεγαλύτερες σε έκταση ερήμους του πλανήτη, της Σαχάρας, της Συρίας και της Αραβικής χερσονήσου. Ως αποτέλεσμα, το νησί μας επηρεάζεται συχνά από το φαινόμενο των ΚΣΕ, κατά την διάρκεια των οποίων οι συγκεντρώσεις των ΑΣ10 αυξάνονται σημαντικά ώστε να ξεπερνούν συχνά το ημερήσιο όριο των 50μg/m3που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Κατά την διάρκεια έντονων επεισοδίων, οι συγκεντρώσεις μπορούν να φτάσουν τις εκατοντάδες ή χιλιάδες μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο (μg/m3). Αναδρομική μελέτη από την Κύπρο είχε εντοπίσει σημαντική αύξηση στον αριθμό των επεισοδίων κατά την χρονική περίοδο 1998-2008, με μια αύξηση περίπου της τάξεως των 1,7 επιπλέον ημέρες το χρόνο (δες Εικόνα 1) [2]. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι η καταγεγραμμένη αύξηση στα επεισόδια ΚΣΕ συνέχισε με τον ίδιο ρυθμό την δεκαετία που ακολούθησε. Στο παρόν στάδιο, εξετάζονται διάφορα χαρακτηριστικά των ΚΣΕ που έφτασαν στο νησί μας κατά την δεκαετία 2007-2016. Αυτά συμπεριλαμβάνουν τη συχνότητα, την ένταση, την εποχικότητα, το ύψος σκόνης στην ατμόσφαιρα όπως επίσης και την πηγή της σκόνης. Προκαταρτικά αποτελέσματα δείχνουν ότι, στην Κύπρο, δεν καταγράφηκε μονοτονική αυξητική τάση την δεκαετία που ακολούθησε ούτε ως προς τη συχνότητα ούτε ως προς την ένταση των συγκεντρώσεων των ΚΣΕ (Εικόνα 2). Αν και μια μεγάλη μελέτη από την  νοτιοανατολική περιοχή της Μεσογείου κατέδειξε αύξηση στην συχνότητα ΚΣΕ από την έρημο της Αφρικής κατά τα έτη 1958-2006 [4], διάφορες άλλες μελέτες από την περιοχή της Μεσογείου κατέληξαν σε αντιφατικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, μελέτη από Ισραήλ  έχει εντοπίσει αύξηση στην ένταση των επεισοδίων κατά τα τελευταία 3 χρόνια της περιόδου 2001–2012 [5], ενώ μελέτη από την βόρειο-κεντρική Ισπανία κατέγραψε μείωση τόσο στην ένταση όσο και στη συχνότητα των ΚΣΕ κατά την περίοδο 2003-2014) [6] ενώ σε χώρες της Μεσογείου δεν έχει παρατηρηθεί καμία αλλαγή κατά τα έτη 2001-2011 [7].  Οι μελέτες έχουν καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα ανάλογα με την χρονική περίοδο που εξέτασαν ή την ιδιαίτερη περιοχή στην οποία επικεντρώθηκαν. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν μακροχρόνιες μετρήσεις εδάφους που καλύπτουν μεγάλες περιόδους ώστε να επιτραπεί αναλυτική διερεύνηση της συχνότητας και των χαρακτηριστικών του φαινομένου. Αν και διάφορα κλιματικά μοντέλα έχουν προβλέψει ότι στο μέλλον θα αυξηθούν τόσο η συχνότητα όσο και στην ένταση των ΚΣΕ [8], η όποια ακριβής πρόβλεψη είναι δύσκολη λόγω του ότι το φαινόμενο επηρεάζεται από πολλαπλές παραμέτρους, όπως φυσικές διακυμάνσεις του κλίματος, ανθρωπογενή τροποποίηση των επιφανειών της ερήμου και τις κλιματικές αλλαγές  [9].

Οι ΚΣΕ είναι ένα φυσικό και απρόβλεπτο φαινόμενο για το οποίο δύσκολα μπορούμε να ελέγξουμε. Λόγω αυτού, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανταποκρίνεται στην σημαντικότητα ανάπτυξης και εφαρμογής μέτρων προστασίας του πληθυσμού με το συγχρηματοδοτούμενο πρόγραμμα LIFE ΜΗΔΕΙΑ («Μείωση των Επιδράσεων των Καταιγίδων Σκόνης της Ερήμου στην Υγεία Υιοθετώντας Στρατηγικές Μείωσης της Έκθεσης»). Το πρόγραμμα θέτει ως γενικότερο στόχο την επιστημονική τεκμηρίωση της αποδοτικότητας ενός στρατηγικού σχεδίου μείωσης της έκθεσης του πληθυσμού στη σκόνη της ερήμου και τη διάχυση του σχεδίου τόσο σε τοπικό όσο και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Το πρόγραμμα ΜΗΔΕΙΑ αποτελεί μια διεπιστημονική κοινοπραξία οκτώ εταίρων από Κύπρο, Ελλάδα, και Ισραήλ, τρεις χώρες της Μεσογείου οι οποίες επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από το εν λόγω φαινόμενο. Συντονιστής του έργου είναι η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κύπρου με συνεργαζόμενους φορείς το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου, το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας-Κλάδος Ποιότητας Αέρα, το Τμήμα Μετεωρολογίας Kύπρου, το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, το Πανεπιστήμιο Κρήτης, η Ε.Ν.Α. Consulting και το Ιατρικό και Ερευνητικό Κέντρο Σορόκα του Ισραήλ.  Το πρόγραμμα ξεκίνησε το Σεπτέμβριο του 2017 και θα ολοκληρωθεί τέλη του 2021. Συνοπτικά, το έργο αποσκοπεί στην: 1) ανάπτυξη και βελτιστοποίηση της δυνατότητας έγκυρης και έγκαιρης πρόγνωσης των επεισοδίων σκόνης, 2) ανάπτυξη βιώσιμων και εφαρμόσιμων οδηγιών για μείωση της έκθεσης στη σκόνη της ερήμου και 3) αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των προτεινόμενων οδηγιών σε συγκεκριμένες ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, και συγκεκριμένα σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή και σε παιδιά με άσθμα.

Η ομάδα του ΤΕΠΑΚ, η οποία αποτελείται από ακαδημαϊκούς και ερευνητές από το Διεθνές Ινστιτούτο Κύπρου για την Περιβαλλοντική και Δημόσια Υγεία και το Τμήμα Νοσηλευτικής, με επιστημονικούς υπεύθυνους τους  Δρ. Νίκο Μίτλεττον και την Δρ. Στεφανία Παπαθεοδώρου, έχει καθοριστικό ρόλο στο έργο. Η ομάδα έχει αναπτύξει το πακέτο των μέτρων προφύλαξης και μείωσης της έκθεσης από τη σκόνη, του οποίου η αξιολόγηση βρίσκεται υπό εξέλιξη. Οι οδηγίες έχουν αναπτυχθεί σε μορφή animation και με το πέρας της αξιολόγησης και αφού οριστικοποιηθεί το πακέτο των μέτρων θα είναι διαθέσιμες  στην εφαρμογή τηλεφώνου η οποία αναπτύσσεται στο πλαίσιο του ΜΗΔΕΙΑ και θα προβληθεί στα ΜΜΕ για ευρύτερη διάχυση. Τα μέτρα προστασίας έχουν σκοπό τη μείωση της έκθεσης στη σκόνη τόσο σε εξωτερικούς όσο και σε εσωτερικούς χώρους. Η αξιολόγηση της εφασμοσιμότητας και της αποτελεσματικότητας των μέτρων πραγματοποιείται στη βάση κλινικών παραμέτρων όπως επίσης και των μετρήσεων των συγκεντρώσεων ΑΣ10 και ΑΣ2.5 στα σπίτια των ασθενών και των παιδιών που συμμετέχουν στην αξιολόγηση και στα σχολεία στην περίπτωση των ασθματικών παιδιών. Για το σκοπό αυτό, το ΤΕΠΑΚ χρησιμοποιεί  δειγματολήπτες αέρα τελευταίας τεχνολογίας.

Τα αποτελέσματα της μελέτης αναμένεται να αξιοποιηθούν από τους αρμόδιους κρατικούς φορείς στην Κύπρο ώστε να διαμορφώσουν την μελλοντική στρατηγική τους για τα επεισόδια καταιγίδων σκόνης. Στο πλαίσιο του έργου, το ΤΕΠΑΚ έχει ήδη οργανώσει εκπαίδευση αναφορικά με τη μεθόδου της δειγματοληψίας (Εικόνα 3) όσο και εκδηλώσεις ενημέρωσης των αρμόδιων και εμπλεκόμενων φορέων (Εικόνα 4). 

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα LIFE ΜΗΔΕΙΑ μπορείτε να βρείτε ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα του προγράμματος (https://www.life-medea.eu/ ).

Εικόνες

Εικόνα 1. Η συχνότητα ΚΣΕ κατά τα έτη 1998-2008.

 

 

Εικόνα 2. Συγκεντρώσεις των ΑΣ10  κατά τα έτη 2007-2016 (κόκκινο: μέρες ΚΣΕ, μπλε: μέρες χωρίς ΚΣΕ) (προκαταρτικά αποτελέσματα)

Εικόνα 3. Μεταδιδακτορική ερευνήτρια του ΤΕΠΑΚ εκπαιδεύει συνεργάτες στην Κρήτη στη χρήση των δειγματοληπτών (αριστερά) και δειγματολήπτης ΑΣ εξωτερικού χώρου σε σχολείο (δεξιά).

 

Της Σουζάνας Αχιλλέως

Μεταδιδακτορικός Συνεργάτης για το LIFE MEDEA